BUSINESS & FINANCE

Ελληνικές τράπεζες: Τα σχέδιά τους στη νοτιοανατολική Ευρώπη

Φωτ. AP

Μετά από μια μακρά περίοδο αποεπένδυσης από τις χώρες της νοτιοανατολικής και κεντρικής Ευρώπης οι ελληνικές τράπεζες επαναπροσδιορίζουν την πολιτική τους, επικεντρώνοντας σε αγορές στις οποίες μπορούν να αναπτύξουν υπολογίσιμη δύναμη και παρουσία. 

Στο πλαίσιο εντάσσεται η κίνηση της Eurobank να εξαγοράσει την Direktna Bank, ενώ πολιτική ανάπτυξης των εργασιών του στην αγορά της Ρουμανίας ακολουθεί και ο όμιλος της Alpha Bank, επικεντρώνοντας στην ενίσχυση της παρουσίας στη μεγαλύτερη αγορά μεταξύ των χωρών ΝΑ Ευρώπης. 

Η Eurobank, διατηρεί διακριτή παρουσία στην ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια. Ο όμιλος είναι παρών σε πέντε χώρες εκτός Ελλάδος (Βουλγαρία, Κύπρος, Σερβία, Λουξεμβούργο και Βρετανία). Έχει την 3η σε μέγεθος τράπεζα της Βουλγαρίας (Postbank) και την κορυφαία corporate bank στην Κύπρο (Eurobank Cyprus) και μια εξειδικευμένη στο private banking και το wealth management θυγατρική, την Eurobank Private Bank Luxembourg.  Το δίκτυο του εξωτερικού αποτελεί σταθερό τροφοδότη της κερδοφορίας τα τελευταία χρόνια και σύμφωνα με τον στόχο της διοίκησης η συνεισφορά του θα σταθεροποιηθεί στο 30% της συνολικής κερδοφορίας του ομίλου

Η Direktna Bank θα συγχωνευθεί με την Eurobank Serbia και ο ελληνικός όμιλος θα διατηρήσει πλειοψηφική συμμετοχή (70%) στο νέο σχήμα, ενώ το υπόλοιπο 30%, το μάνατζμεντ του νέου σχήματος και θα διορίζει CEO της τράπεζας. Η Eurobank είναι η μόνη ελληνική τράπεζα που διατηρεί παρουσία στη Σερβία, όπου στο παρελθόν είχαν θυγατρικές όλες οι σημερινές συστημικές τράπεζες και η συμφωνία αντικατοπτρίζει την στρατηγική της Eurobank για συνεχή ανάπτυξη και των διεθνών δραστηριοτήτων, τόσο οργανικά, όσο και μέσω εξαγορών ή/και συγχωνεύσεων.

Από την πλευρά της Alpha Bank η στρατηγική της διοίκησης στο πλαίσιο του επιχειρησιακού σχεδίου Tomorrow, είναι να επικεντρώσει τις δυνάμεις της στην αγορά της Ρουμανίας που αποτελεί μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές και η Τράπεζα διαθέτει ήδη υπολογίσιμη δύναμη που την κατατάσσει στην 6η θέση στην τοπική αγορά με μερίδιο 4,4%. Στόχος είναι να επωφεληθεί ο όμιλος από το περιβάλλον υψηλής ανάπτυξης στον τραπεζικό τομέα της Ρουμανίας και από τη σύγκλιση σε επίπεδο ΕΕ της διείσδυσης του τραπεζικού τομέα (σήμερα 24,2% έναντι 79% στην Ελλάδα και 87,4% μέσος όρος στην ΕΕ).

Η αποεπένδυση των ελληνικών τραπεζών

Η στρατηγική των ελληνικών τραπεζών στη νοτιοανατολική Ευρώπη σε τίποτα δεν θυμίζει αυτή της εποχής πριν την κρίση, όπου η επέκταση ήταν μέρος της ευρύτερης αναπτυξιακής προοπτικής που ακολούθησαν οι ελληνικές τράπεζες. Η δημοσιονομική κρίση που μετατράπηκε σε τραπεζική κρίση και οδήγησε στις τράπεζες να δεχθούν την κρατική ενίσχυση, συνοδεύτηκε από την υποχρέωση αποεπένδυσης από τις αγορές του εξωτερικού στις οποίες είχαν επενδυθεί σημαντικά κεφάλαια. 

Δέκα χρόνια μετά το ενεργητικό των ελληνικών τραπεζικών ομίλων συρρικνώθηκε από τα 50 δισ. ευρώ στα 30 δισ. ευρώ περίπου και με εξαίρεση την Eurobank, που αντλεί σημαντικό μέρος της κερδοφορίας της από τις αγορές του εξωτερικού και την Alpha Bank που επικεντρώνει στην αγορά της Ρουμανίας, οι υπόλοιπες τράπεζες έχουν ολοκληρώσει την πολιτική αποχώρησης. 

Στη βάση της επιλεκτικής ανάπτυξης σε συγκεκριμένες αγορές και της αποχώρησης από αγορές χωρίς προστιθέμενη αξία, η Alpha Bank σκοπεύει έως τα τέλη του έτους να έχει ολοκληρώσει την αποχώρησή της από την Αλβανία (project Riviera) και Λονδίνο (project Crown).

Στην λογική της αποεπένδυσης ο όμιλος της Εθνικής Τράπεζας βρίσκεται σε παρατεταμένες συζητήσεις για την αποχώρησή του και από την Κύπρο, ενώ η μεγαλύτερη αποεπένδυση αποτέλεσε αυτή της αποχώρησης από την Finansbank στην Τουρκία. Έχει προηγηθεί η αποχώρηση από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Σερβία, την Αλβανία και άλλες αγορές όπως η Αφρική και η Αίγυπτος και η παρουσία του ομίλου περιορίζεται πλέον στη Βόρεια Μακεδονία. Τη μεγαλύτερη αποεπένδυση έχει υλοποιήσει η τράπεζα Πειραιώς, πουλώντας τις δραστηριότητες της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Σερβίας, της Αλβανίας, της Κύπρου και της Ουκρανίας. 

Το τραπεζικό σύστημα

Τα τραπεζικά συστήματα των εν λόγω χωρών, σύμφωνα με στοιχεία της ΤτΕ, εξακολουθούν να εμφανίζουν ικανοποιητικούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, με υψηλότερο της Ρουμανίας, χώρα στην οποία ο δείκτης κεφαλαίακής επάρκειας των τραπεζών διαμορφώθηκε το 2020 στο 23,2% και ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων στο 4%. Στην περίπτωση της Βουλγαρίας, η κεφαλαιακή επάρκεια διαμορφώθηκε στο 22,7% και υποστηρίχθηκε από τη βελτιωμένη διακυβέρνηση και τραπεζική εποπτεία, ενώ σημειώνεται ότι στις 10 Ιουλίου 2020 το βουλγαρικό λεβ εντάχθηκε στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ II) και η ίδια η χώρα στην τραπεζική ένωση. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων στο τραπεζικό σύστημα της χώρας διαμορφώθηκε στο 9,5%. Στη Σερβία ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας διαμορφώθηκε στο 22,4% και ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων στο 3,7%. Παρ’ όλα αυτά, όπως παρατηρεί η ΤτΕ, τα στοιχεία των μη εξυπηρετούμενων δανείων δεν αντικατοπτρίζουν ακόμη τον πλήρη αντίκτυπο της πανδημικής κρίσης στο χρηματοπιστωτικό τομέα, λόγω της χαλαρότητας των μέτρων που έχουν υιοθετηθεί για την ενίσχυση του τραπεζικού δανεισμού.

Τα μακροοικονομικά μεγέθη

Με βάση τα μακροοικονομικά μεγέθη, η οικονομία της Σερβίας, η μεγαλύτερη των ∆υτικών Βαλκανίων, επέδειξε τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην κρίση της πανδημίας, λόγω της κλαδικής διάρθρωσής της και της λιγότερο αυστηρής εφαρμογής περιοριστικών μέτρων. Για το 2021 αναμένεται σημαντική ανάκαμψη σε όλες τις χώρες, που εκτιμάται ότι θα προέλθει από τη σημαντική άνοδο των επενδύσεων, οι οποίες θα ενισχυθούν τόσο από το Οικονομικό και Επενδυτικό Σχέδιο της Ε.Ε. για τα ∆υτικά Βαλκάνια 10 ύψους 9 δισ. ευρώ όσο από τα εθνικά προγράμματα ανάκαμψης και βιωσιμότητας κάθε χώρας. Ειδικότερα, το Οικονομικό και Επενδυτικό Σχέδιο, που έχει ως βάση το Μηχανισμό Προενταξιακής Βοήθειας III (Instrument for Pre-accession Assistance, IPA III) ύψους 14,2 δισ. ευρώ για την περίοδο 2021-27, περιλαμβάνει μία σημαντική δέσμη επενδυτικών μέτρων και, μαζί με ένα νέο Εγγυοδοτικό Μέσο για τα ∆υτικά Βαλκάνια, στοχεύει στη μόχλευση επενδυτικών κεφαλαίων συνολικού ύψους έως και 20 δισ. ευρώ για την περιοχή.

Στις οικονομίες της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, των δύο χωρών της περιοχής που είναι κράτη-μέλη της Ε.Ε., το ΑΕΠ υποχώρησε σημαντικά το 2020, παρότι η οικονομική τους δραστηριότητα ανέκαμψε από το γ ́ τρίμηνο του έτους και μετά. 

Όσον αφορά τη Βουλγαρία, η οικονομία της συρρικνώθηκε το 2020 σημαντικά λόγω της έντονης πτώσης των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (-11,3%) και των συνολικών ακαθάριστων επενδύσεων, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση παρέμεινε στα ίδια επίπεδα όπως το 2019, καθώς υποστηρίχθηκε από τα μέτρα διατήρησης θέσεων εργασίας της κυβέρνησης. Το 2021 και το 2022 η οικονομία εκτιμάται ότι θα ανακάμψει με κινητήριους μοχλούς τις εξαγωγές και την εγχώρια ζήτηση, κυρίως τις επενδύσεις, οι οποίες αναμένεται να ενισχυθούν από την εφαρμογή του εθνικού σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας. 

Η οικονομία της Ρουμανίας το 2020 κατέγραψε πιο ήπια πτώση από ό,τι αναμενόταν. Οι επενδύσεις ήταν ο παράγοντας εκείνος που συνέβαλε θετικά σε αυτό, καθώς ο κατασκευαστικός τομέας κατέγραψε ισχυρή επίδοση. Οι κυριότερες αιτίες της ύφεσης συνδέονται με την πτώση της ιδιωτικής κατανάλωσης και την απότομη επιδείνωση των εξαγωγών (-9,7% το 2020, έναντι +4,6% το 2019). Η οικονομία εκτιμάται ότι θα ανακάμψει πριν από το τέλος του 2021, μετά την υιοθέτηση του εθνικού σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, το οποίο θα ενισχύσει όλες τις συνιστώσες της ζήτησης, και παρά το γεγονός ότι η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή δεδομένης της απρόβλεπτης εξέλιξης της πανδημίας και των πιθανών ασυνεπειών στην προμήθεια εμβολίων. Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις προβλέψεις για τις οικονομίες της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας συνδέονται επίσης με την πιθανότητα καθυστερήσεων και τυχόν προβλημάτων κατά την εφαρμογή των εθνικών σχεδίων ανάκαμψης και ανθεκτικότητας.

 

 

Money Review