Απόψεις Παρασκευή 4/12/2020, 09:47 ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ψηφιακές υποδομές στην εποχή της «κανονικότητας»

Το εξελισσόμενο δεύτερο κύμα της πανδημίας που σχετίζεται με τον κορονοιό έχει δημιουργήσει δυσμενείς συνθήκες στη δημόσια υγεία του πληθυσμού – που είναι σαφώς και οι σημαντικότερες για μια κοινωνία -, αλλά και επιβαρυντικές για την οικονομία συνθήκες λόγω των μέτρων απομόνωσης και μερικής ή/και ολικής παύσης λειτουργίας κλάδων της, που έχουν ληφθεί από την Πολιτεία.  

Ταυτόχρονα βέβαια η κρίση αυτή εξακολουθεί να μας υποβάλλει σε ένα μοναδικό πείραμα ψηφιακού μετασχηματισμού. Η ανάγκη να διατηρήσουμε την προσωπική και επαγγελματική μας δραστηριότητα σε ένα αποδεκτό επίπεδο λειτουργίας, έχει οδηγήσει στην προσπάθεια προσαρμογής σε ένα νέο περιβάλλον εργασίας, αλλά και καθημερινότητας. Σε όλους τους επαγγελματικούς χώρους και τομείς, νεαρότερης, αλλά και μεγαλύτερης ηλικίας άτομα, μικρότεροι, πιο ευέλικτοι, αλλά και μεγαλύτεροι, «βαρύτεροι» οργανισμοί, με αδράνεια μέχρι σήμερα στις αποφάσεις τους, αναπροσάρμοσαν τους τρόπους εργασίας τους, την τεχνολογική τους στρατηγική, δομές και διαδικασίες που ακολουθούσαν μέχρι σήμερα, ώστε να ανταποκριθούν στις καινούργιες ανάγκες που δημιουργήθηκαν, σε λειτουργικό επίπεδο, αλλά και απέναντι στους συνεργάτες τους.

Τηλεργασία, τηλεκπαίδευση, τηλεσυνάντηση, web banking και e-government συναλλαγές κυριαρχούν ως όροι και πρακτικές στην καθημερινή μας ρουτίνα, με όλο και περισσότερους χρήστες (ή εν δυνάμει χρήστες) να προσπαθούν να εξυπηρετήσουν και να εξυπηρετηθούν. Ωστόσο, η επιτυχία αυτής της διαδικασίας εξαρτάται από δύο κυρίως στοιχεία: τις ψηφιακές δεξιότητες των χρηστών από τη μία πλευρά, αλλά και τις ψηφιακές υποδομές που διαθέτουμε είτε σε επίπεδο νοικοκυριού, είτε σε επίπεδο επιχείρησης / οργανισμού. Σε ότι αφορά το πρώτο, η αλήθεια είναι ότι οι υστερήσεις είναι ακόμα μεγάλες, καθώς σύμφωνα με τον σχετικό δείκτη του DESI 2020 το 23.3% του πληθυσμού 16-74 ετών διαθέτει πέρα από τις βασικές ψηφιακές δεξιότητες έναντι 33,3% κατά μέσο όριο στην ΕΕ. Σε ότι αφορά το δεύτερο, η πρόσβαση σε αναβαθμισμένες ευρυζωνικές υποδομές (σταθερές και κινητές) δεν είναι κακή, αλλά συγκρίσιμη με άλλες χώρες. Ωστόσο είναι γεγονός ότι αρκετές επιχειρήσεις και οργανισμοί δεν είχαν έως σήμερα επενδύσει επαρκώς σε αυτό το πεδίο, επιλέγοντας είτε συνήθεις αυτοματισμούς στην οργάνωση εργασίας τους, είτε επενδύοντας στον απολύτως απαραίτητο hardware / software ως εξοπλισμό χρηστών.

Οι  νέες συνθήκες όμως – ακόμα και μετά από την επιστροφή στην «κανονικότητα»  – μας καλούν να εστιάσουμε ισχυρότερα και στους δύο αυτούς κρίσιμους παράγοντες. Και αυτό όχι στο πλαίσιο μιας αμυντικής προσαρμογής σε νέα δεδομένα, αλλά μιας στρατηγικής περεταίρω ενίσχυσης υποδομών και οικοδόμησης δεξιοτήτων με βάση τη σημερινή εμπειρία. Η ευελιξία και η προσαρμοστικότητα που επιδείξαμε το 2020 παρά τη ψυχολογική δυσθυμία που μπορεί να δημιούργησε στην καθημερινότητά μας, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μία παρένθεση. Αντίθετα, οφείλουμε να αξιοποιήσουμε αυτά τα «ταχύρρυθμα» μαθήματα που λάβαμε και να το αξιοποιήσουμε προς όφελος δικό μας και κατ’ επέκταση της χώρας μας.

Εντελώς ενδεικτικά, οι επενδύσεις σε δεξιότητες και ψηφιακές τεχνολογίες προσφέρουν σημαντικές ευκαιρίες στην ανάπτυξη νέας επιχειρηματικότητας, καθώς δίνεται η δυνατότητα ακόμα και σε μικρές επιχειρήσεις να ανταγωνιστούν μεγαλύτερες επιχειρήσεις ή/και να συνεργαστούν με αυτές, στηριζόμενες σε διαφοροποιημένα και ποιοτικά προϊόντα/υπηρεσίες που ενσωματώνουν γνώση και καινοτομία. Αλλά και στο εσωτερικό των επιχειρήσεων, οι ψηφιακές τεχνολογίες ευνοούν σημαντικά τον συντονισμό και την ολοκλήρωση των διαφορετικών λειτουργιών μιας επιχείρησης και διαμορφώνουν ένα πιο ευνοϊκό πλαίσιο για τη δικτύωσή τους, σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Στο επίπεδο του δημόσιου τομέα, η ποιοτική αναβάθμιση της λειτουργίας του δημόσιου τομέα και των υπηρεσιών που παρέχει στους πολίτες και τις επιχειρήσεις σχετίζεται με αυτή τη λειτουργική αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών. Εκτός του θετικού αντίκτυπου που έχει στην παραγωγικότητά του (καλύτερος συντονισμός, ολοκλήρωση λειτουργιών, δικτύωση, ανταλλαγή πληροφορίας και επιχειρησιακή συνεργασία), παρουσιάζει θετικές εξωτερικότητες και στη λειτουργία του υπόλοιπου τομέα της οικονομίας. Αυτές αντανακλώνται στον περιορισμό του απαιτούμενου χρόνου και κόστους για την πραγματοποίηση των συνηθισμένων συναλλαγών των επιχειρήσεων και των πολιτών με το κράτος, στην καταπολέμηση της διαφθοράς, στην επιτάχυνση των τυπικών διαδικασιών (διαγωνισμοί, παραχωρήσεις αδειών) με απτά και μετρήσιμα οφέλη στην αποδοτικότητα και παραγωγικότητα πολιτών και επιχειρήσεων.

Αλλά και στην εκπαίδευση, τα «τηλεμαθήματα» όπως καταχρηστικά αναφέρονται, δεν θα υποκαταστήσουν τη δια ζώσης εκπαίδευση. Ωστόσο, το υλικό το οποίο παρήχθη, οι νέες επιλογές πολυμεσικού περιεχομένου που αναπτύχθηκαν, κτλ προσφέρουν νέα εργαλεία και μεθόδους αναβάθμισης και εμπλουτισμού της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Συνεπώς η επιστροφή στην κανονικότητα που όλοι αναμένουμε, ας αφορά κατά βάση στην ανάκτηση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής μας, στη μορφή πάνω κάτω που την είχαμε οριοθετήσει ο καθένας. Ας μην σημάνει και επιστροφή σε όλες τις παλιές διαδικασίες, συνήθεις αδράνειες και χάρτινες περιχαρακώσεις και εμπόδια που συναντούσαμε σε διάφορες διαστάσεις της κοινωνικοικονομικής μας ζωής. Ας επιχειρήσουμε αυτό το ζητούμενο άλμα προς τα εμπρός, αντλώντας δύναμη από αυτά που «μάθαμε» – έστω και με ίσως σκληρό τρόπο – αυτό τον χρόνο που βαίνει προς την ολοκλήρωσή του.

 

* Ο Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής Καθηγητής ΕΜΠ, Διευθυντής Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ).

 

Money Review