ΑΠΟΨΕΙΣ

Πανδημία και κόκκινα δάνεια

Η παρουσία μη εξυπηρετούμενων δανείων (κόκκινα δάνεια) έχει αρχίσει να γίνεται τα τελευταία χρόνια για το τραπεζικό σύστημα ένα σημαντικό (αρνητικό) γεγονός που επηρεάζει την κερδοφορία του αλλά και ολόκληρης της οικονομίας. Στην ελληνική οικονομία, λόγω και της παρατεταμένης οικονομικής (δημοσιονομικής) κρίσης και των τριών μνημονίων, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση της ρευστότητας που τόσο ουσιώδης είναι για την οικονομική ανάπτυξη και την δημιουργία θέσεων απασχόλησης. Η χειροτέρευση της ποιότητας των στοιχείων του τραπεχικού ενεργητικού οδηγεί στην χειροτέρευση της αποδοτικότητας ολόκληρης της οικονομίας και στην χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού. Επομένως, η βελτίωση των δεικτών των ‘κόκκινων δανείων’ κρίνεται επιβεβλημένη για να ορθοποδήσει το τραπεζικό σύστημα και να ενισχυθεί η αναπτυξιακή προσπάθεια της πραγματικής οικονομίας αφού το σύστημα χρηματοδότησης βασίζεται στον τραπεζικό δανεισμό και πολύ λιγότερο σε άλλες πηγές, όπως η αγορά κεφαλαίου.

 Η επίπτωση της πανδημίας στο τραπεζικό σύστημα θα γίνει αρκετά εμφανής το 2021. Η τρέχουσα εικόνα δείχνει ‘κόκκινα δάνεια’ στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα αξίας 59,7 δις ευρώ, το υψηλότερο ποσό στην ευρωζώνη. Μπορεί η παρουσία συγκεκριμένων πράξεων όπως η αναβολή πληρωμών στα δάνεια αυτά (moratoria) σε ύψος 20,2 δις, να έχει μειώσει την πίεση στην τραπεζική ρευστότητα, η λήξη των πράξεων αυτών όμως θα έχει ως αποτέλεσμα η πανδημία να αυξήσει τον αριθμό των δανείων αυτών με σημαντικές (αρνητικές) επιτπώσεις στους τραπεζικούς ισολογισμούς. Η επίπτωση αυτή θα λάβει χώρα λόγω της εκτεταμένης έλλειψης ικανότητας των δανειολητπών (ιδιωτών και επιχειρήσεων) να πληρώσουν τις δόσεις τους. Η κρίση πανδημίας διαφέρει από την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση του 2008 γιατί προκλήθηκε όχι από ενδογενείς αστοχίες του τραπεζικού συτήματος, αλλά από την ύφεση της οικονομίας σε συνθήκες lockdown και στις πολιτικές κοινωνικής αποστασιοποίησης (social distancing). Οι συνθήκες αυτές επηρέασαν την ζήτηση και την προσφορά αγαθών και υπηρεσιών, με την εξαίρεση λίγων τομέων της οικονομίας (ηλεκτρονικού εμπορίου και υπηρεσιών διαδικτύου) να κερδίζουν από τις συνθήκες αυτές.

Η επιτυχής καταπολέμηση του ιού μέσω εμβολιασμών αναμένεται να επιταχύνει την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας, με συνέπεια την μερική απόσβεση των υφεσιακών καταστάσεων της πανδημίας. Σημαντικές θα είναι και οι εξελίξεις από τις επεκτατικές νομισματικές πολιτικές (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) που θα αντισταθμίσουν την έλλειψη της ρευστότητας που χρειάζεται η πραγματική οικονομία, ενώ και οι διάφοροι μηχανισμοί που έχουν αναπτυχθεί μετά την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση έχουν κατά πολύ ενισχύσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, των μηχανισμών διαχείρισης των τραπεζικών τους κινδύνων, καθώς και την εκκαθάριση των ισολογισμών από τοξικά στοιχεία, γεγονός που θα αποτρέψει τις μαζικές (αλλά όχι κάποιες ατομικές) τραπεζικές καταρρεύσεις. Θα υπάρξουν και τράπεζες που η βελτίωση της κεφαλαικής τους επάρκειας δεν θα είναι αρκετή, γεγονός που θα ενισχύσει τις ενέσεις ρευστότητας από τους δημοσιονομικούς προϋπολογισμούς, που σε αρκετές χώρες, κυρίως της ευρωζώνης (Ελλάδα και Ιταλία) είναι επιβαρυμένοι στην εξυπηρέτηση του δημοσιονομικού τους χρέους.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν η καλύτερη επίβλεψη του τραπεζικού συστήματος και διαχείριση των τραπεζικών κινδύνων είναι αρκετά ώστε να απορροφηθούν οι ζημιές και να διαχειρισθούν καλύτερα οι συνθήκες των ‘κόκκινων δανείων’. Υπάρχουν δύο αντικρουόμενες απόψεις για το ερώτημα αυτό: η μια υποστηρίζει ότι οι τράπεζες είναι κατάλληλα εξοπλισμένες να απορροφήσουν τους κινδύνους που αναφέραμε και έτσι να είναι σε θέση να μοιράσουν μερίσματα και να επαναγοράσουν τις μετοχές τους, αλλά με την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν τυχόν προγράμματα διάσωσής τους (μια άποψη που βασίζεται στην υπόθεση ότι η αγορά θα αυτοπροσδιορίσει τί χρειάζεται το τραπεζικό σύστημα χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις). Αντίθετα, η δεύτερη άποψη δείχνει ότι η κεφαλαιακή επάρκεια δεν είναι ικανή και οι πράξεις διανομής μερίσματος και επαναγοράς των μετοχών πρέπει να εγκαταλειφθούν. Ταυτόχρονα, δημόσια προγράμματα διάσωσης πρέπει να γίνουν σε ολόκληρο το φάσμα των τραπεζών, ειδικότερα εάν πολλοί τρέχοντες μέτοχοι δεν είναι ανοικτοί στο να συμμετάσχουν σε προγράμματα αύξησης μετοχικών κεφαλαίων και κεφαλαιακής επάρκειας. Βέβαια αυτό δεν είναι εύκολο σε επίπεδο ευρωζώνης αφού δεν υπάρχει η νομοθετική ρύθμιση που να επιτρέπει την χρήση φορολογικών εσόδων στην διάσωση τραπεζικών ιδρυμάτων. Υπάρχουν φυσικά κάποιοι γενικοί κανόνες παρέμβασης του δημοσίου, με την προϋπόθεση όμως οι τρέχοντες μέτοχοι και πιστωτές να αναλάβουν ένα ελάχιστο επίπεδο των ζημιών που θα επιφέρει η πανδημία. Η μέχρι τώρα συμπεριφορά σε Ευρωπαϊκό επίπεδο κλίνει προς αυτήν την κατεύθυνση λόγω του ότι το τραπεζικό σύστημα δεν κρίνεται υπεύθυνο για την κρίση πανδημίας. Προτάσεις υιοθέτησης τέτοιων κανόνων έχουν να κάνουν με την παρουσία εφαρμογής του κανόνα 8% για κεφαλαικές ζημιές και της δημιουργίας μιας ‘τράπεζας γέφυρας’ (bridge bank) που θα λαμβάνει δημόσια χρηματοδότηση μέχρι την εξάλειψη της κρίσης.

Συμπερασματικά, οι κανόνες που θα επιτρέψουν τέτοια προγράμματα πρέπει να δώσουν την δυνατότητα στις εποπτικές αρχές να εφαρμόσουν ένα πρόγραμμα υποστήριξης των ‘κόκκινων δανείων’ και των τραπεζικών ιδρυμάτων γενικά μέσω της χαλάρωσης (έστω και προσωρινά) των κανόνων χρηματοδότησης, ειδάλλως οι επιπτώσεις ίσως είναι και χειρότερες από αυτές της χρηματοοικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

 

* Ο κ. Νικόλας Απέργης είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και στο University of Derby

Money Review