ΑΠΟΨΕΙΣ

Το οικονομικό πρόγραμμα Μπάϊντεν είναι καλό, αλλά δεν αρκεί

Η πολυπόθητη αλλαγή ηγεσίας στις ΗΠΑ, ήλθε. Η Χώρα απαλλάχθηκε από έναν λαϊκιστή πρόεδρο που κυβερνούσε ανορθόδοξα την πλουσιότερη και ισχυρότερη χώρα του κόσμου. Τώρα, το πρώτο ζητούμενο είναι να ανακτηθεί ο σεβασμός στους θεσμούς και ο Μπάϊντεν είναι ο καταλληλότερος άνθρωπος να το κάνει, γιατί διαθέτει το ήθος και την εμπειρία που χρειάζονται για το έργο αυτό.

Θα έχει όμως ο νέος πρόεδρος ανάλογη επιτυχία και στο δεύτερο καυτό μέτωπο, δηλαδή στην  αντιμετώπιση των πολλών και μεγάλων προβλημάτων της αμερικάνικης οικονομίας; Οι αμφιβολίες που διατυπώνονται είναι αρκετές και εστιάζουν στη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας αλλά και στο αριστερό προφίλ του προγράμματός του. Από την άλλη πλευρά όμως, τα χρηματιστήρια τον υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό. Ας προσπαθήσουμε «να βγάλουμε μια άκρη».

Με την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Μπάϊντεν θα έχει ως πρώτο μέλημα την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας. Στη συνέχεια θα καταπιαστεί με τα δύο μεγάλα προβλήματα, που είναι η υψηλή ανεργία και το τεράστιο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου. Ο νέος πρόεδρος φιλοδοξεί να τα λύσει μέσα στα όρια της θητείας του, εφαρμόζοντας το πρόγραμμά του, το οποίο θα μπορούσε να συνοψισθεί ως εξής:

Μέσα από ένα γενναιόδωρο πακέτο κινήτρων θα ενισχυθεί η  έρευνα και ανάπτυξη (300 δις $), με έμφαση στην τεχνολογία αιχμής (ηλεκτρικά αυτοκίνητα, δίκτυα 5G, πρωτοποριακά υλικά, τεχνητή νοημοσύνη κλπ). Παράλληλα, θα παρακινηθούν οι επιχειρήσεις να προχωρήσουν σε τεχνολογικό εκσυγχρονισμό (400 δις $). Ακόμη, δαπανώντας 400 δις $ άμεσα και 3 τρις $ σε βάθος δεκαετίας, θα προσελκυσθούν επενδύσεις μεγάλης κλίμακας στην πράσινη ενέργεια, η οποία μάλιστα θα είναι φθηνότερη από τη συμβατική. Κοντά σε αυτά, θα ενισχυθεί το διαθέσιμο εισόδημα μέσω της αύξησης του κατώτατου ωρομισθίου στα 15$ και των επενδύσεων σε υποδομές (200 δις $), ενώ θα γίνει προσπάθεια για να πεισθούν οι καταναλωτές να προτιμούν τα εγχώρια προϊόντα. Επίσης, θα θεσπισθούν κίνητρα επαναπατρισμού επιχειρήσεων και αντικίνητρα για τη μετεγκατάσταση τους στο εξωτερικό, με στόχο να ενισχυθεί το παραγωγικό δυναμικό της Χώρας.

Το  πρόγραμμα εκτιμά ότι ο συνδυασμός των πιο πάνω εξελίξεων θα εξασφαλίσει τη τεχνολογική πρωτοπορία και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των εγχώριων επιχειρήσεων, θα αυξήσει την απασχόληση (κατά 4-5 εκ. νέες θέσεις εργασίας) και θα βελτιώσει το περιβάλλον, με τελικούς ωφελημένους του πολίτες των ΗΠΑ.  Τέλος, προβλέπεται ότι το 67% όλων αυτών των δαπανών θα καλυφθεί από την αύξηση της φορολογίας στα υψηλά εισοδήματα (2,8 τρις στο διάστημα 2021-2030).

Θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει αρκετές αδυναμίες στο πιο πάνω πρόγραμμα, όπως π.χ. η αντίφαση της προσδοκίας προσέλκυσης ευρείας κλίμακας επενδύσεων με ταυτόχρονη αύξηση της φορολογίας  και του κατώτατου ωρομισθίου. Όμως, οι όποιες αδυναμίες του δεν αναιρούν την ορθόδοξη δομή του, έστω και αν περιορίζουν την αποτελεσματικότητα του.

Το σημαντικό είναι ότι στοχεύει στη λύση των προβλημάτων της οικονομίας των ΗΠΑ μέσα από τον εκσυγχρονισμό της, αποφεύγοντας την παγίδα του προστατευτισμού στην οποία έπεσε ο Τραμπ. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα καταργήσει τους δασμούς που επέβαλε ο προκάτοχός του. Η συγκυρία της πανδημίας δεν επιτρέπει τέτοιες ανατροπές στα έσοδα και στο εμπορικό ισοζύγιο. Επίσης, μια τέτοια ενέργεια θα ερχόταν σε αντίθεση με το βασικό του προεκλογικό σύνθημα «αγοράστε αμερικανικά προϊόντα». Δεν αποκλείεται όμως να δεχθεί τη μείωση τους, με αντάλλαγμα την εξάλειψη των αντιποίνων που επέβαλε η Κίνα στις εισαγωγές αμερικανικών προϊόντων. Θα προσπαθήσει επίσης να αμβλύνει τις εντάσεις με τους λοιπούς εμπορικούς εταίρους του, γιατί χρειάζεται συναινέσεις στη προσπάθεια αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.  

Όμως, το πρόγραμμα του Μπάϊντεν όσο καλά και να «πάει», απλά θα συμβάλλει στην αντιμετώπιση των μεσοπρόθεσμων προκλήσεων που συνδέονται με την οικονομία και δεν θα συνεισφέρει σημαντικά στη λύση των δύο κορυφαίων προβλημάτων της, που είναι τα ελλείμματα ανταγωνιστικότητας και εμπορικού ισοζυγίου. Μέχρι τώρα, οι ΗΠΑ «μπαλώνουν» την κατάσταση, στηριζόμενες στην παντοδυναμία του δολαρίου (χρησιμοποιείται στο 80% των παγκόσμιων συναλλαγών), που τους επιτρέπει να διογκώνουν τα ελλείμματα και το χρέος τους χωρίς ουσιαστικές συνέπειες. Αυτό όμως δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ. Αν θέλουν να στηρίζουν την οικονομική τους ισχύ σε στέρεες βάσεις, η αναδιάρθρωση της οικονομίας τους είναι μονόδρομος και το πρόγραμμα Μπάϊντεν αποτελεί μια καλή βάση για να χτίσουν πάνω του τις επιβαλλόμενες μακροπρόθεσμες παρεμβάσεις προς αυτή την κατεύθυνση.

*Ο Μιχάλης Γκλεζάκος είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικής

Money Review