ΑΠΟΨΕΙΣ

Η κρίση της σταφίδας και ο τουρισμός

Εκ πρώτης όψεως δεν υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στη σταφιδοκαλλιέργεια και τον τουρισμό. Όμως οι δυο αυτοί τομείς, με απόσταση σχεδόν 130 ετών, βρέθηκαν στο επίκεντρο σοβαρών κρίσεων, αποτελώντας ταυτόχρονα την ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Η σταφιδική κρίση ξέσπασε το 1893 και συνοδεύτηκε απο την χρεοκοπία της χώρας το ίδιο έτος. Η πανδημία εκτροχίασε τον τουρισμό παγκοσμίως και η Ελλάδα υπέστη τις συνέπειες με ιδιαίτερη οξύτητα. Oι μνήμες της σταφιδικής κρίσης εχουν πια σβήσει, όμως το «σύνδρομο της σταφίδας» ελλοχεύει ακόμα σαν συνέπεια της υπερβολικής εξάρτησης απο έναν οικονομικό τομέα.

 

Η σταφιδοκαλλιέργεια αποτέλεσε εξαρχής πυλώνα της οικονομίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Οι καλλιέργειες επεκτάθηκαν σημαντικά μετά το 1870, λόγω της φυλλοξήρας, με προέλευση απο την Αμερική, που ξέσπασε στην Γαλλία το 1864. Η γαλλική αμπελουργία υπέστη μαζική φθορά, δίνοντας ώθηση στις εξαγωγές ελληνικής σταφίδας σαν πρώτη ύλη για την κατασκευή φθηνού σταφιδίτη οίνου. Γύρω στο 1890 εκτιμάται οτι η σταφιδοκαλλιέργεια κάλυπτε το 25% της καλλιεργήσιμης γης, απασχολώντας πάνω απο το 30% του ενεργού πληθυσμού. Σημαντικά τμήματα φυτειών στην Πελοπόννησο, συμπεριλαμβανομένων και αιωνόβιων ελαιώνων, είχαν μετατραπεί σε αμπελώνες, ενώ η σταφίδα αντιπροσώπευε το 60% της αξίας των ελληνικών εξαγωγών.

Η βαθμιαία ανάκαμψη της γαλλικής αμπελουργίας οδήγησε σε υπερπαραγωγή. Το καλοκαίρι του 1893 οι ελληνικές εξαγωγές κατέρρευσαν, ενώ λίγο αργότερα η κυβέρνηση Τρικούπη κήρυξε πτώχευση. Η κρίση της σταφίδας δεν ηταν η αιτία της χρεοκοπίας, που οφειλόταν στον υπερδανεισμό. Έδρασε ομως καταλυτικά καθώς η κατάρρευση των συναλλαγματικών εισπράξεων απο το πιο σημαντικό εξαγωγικό προϊόν έκανε τους δανειστές της χώρας επιφυλακτικότερους.

Η σταφιδική οικονομία εξασθένισε μετα την κρίση, ενώ πολλοί σταφιδοπαραγωγοί μετανάστευσαν στις ΗΠΑ. Ενισχύθηκε επίσης η εσωτερική μετανάστευση προς τα εκκολαπτόμενα μεταποιητικά κέντρα στον Πειραιά και την Αθήνα. Η αποδέσμευση εργατικού δυναμικού απο την αγροτική οικονομία αποτελεί μοχλό ανάπτυξης της δευτερογενούς παραγωγής. Είχε ομως εμποδιστεί απο την διεύρυνση της σταφιδοκαλλιέργειας που είναι ενστάσεως εργασίας. Η σταφιδική κριση κατέδειξε οτι η οικονομική μονομέρεια αποτελεί τροχοπέδη στις διαρθρωτικές αλλαγές που δρομολογούν την ανάπτυξη.

Η ελληνική οικονομια των αρχών του 21ου αιώνα δεν συγκρίνεται με αυτήν του τέλους του 19ου. Όμως η υπερβολική εξάρτηση απο τον τουρισμό θυμίζει έντονα την παλαιότερη εξάρτηση απο την σταφιδοκαλλιέργεια. Το 2019 τα έσοδα απο τον τουρισμό αντιστοιχούσαν στο 11% του ΑΕΠ και στο 28% των εξαγωγών. Η τάση είναι ανοδική, αφού το 2006 τα αντίστοιχα μεγέθη ήταν 5,2% του ΑΕΠ και 25% των εξαγωγών. Η ποσότητα φαίνεται να επισκιάζει την ποιότητα, καθώς η κατα κεφαλή τουριστική δαπάνη μειώθηκε απο 710 € το 2006 σε 580 € το 2019. Στην Πορτογαλία, αντίθετα, η κατα κεφαλή τουριστική δαπάνη είναι 30% υψηλότερη και εχει αυξηθεί διαχρονικά, απο 590 € το 2006 σε 750 € το 2019. Ανάλογη είναι η τάση στην Ισπανία.

Καθως η τουριστική δαπάνη απευθύνεται κυρίως στην εγχώρια αγορά, χωρίς σημαντικές διαρροές προς τις εισαγωγές, η άμεση συνεισφορά της στο ΑΕΠ εκτιμάται οτι είναι περίπου ισόποση. Το 46% αφορά τα καταλύματα και την εστίαση, το 13% τις μεταφορές, ενώ το υπόλοιπο διαχέεται στους άλλους κλάδους. Το δημιουργούμενο εισόδημα απο τον τουρισμό επιδρά επίσης έμμεσα στην εγχώρια ζήτηση, άρα και στο ΑΕΠ, με πολλαπλασιαστή που υπολογίζεται απο 1,2 (ΙΟΒΕ) ως 1,65 (ΚΕΠΕ). Η συνολική συνεισφορά του τουρισμού στην οικονομία ανέρχεται συνεπώς μέχρι και στο 18% του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα όμως σημαντικό τμήμα αυτού του εισοδήματος φοροδιαφεύγει, όπως αποδεικνύουν οι περιοδικοί έλεγχοι της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. Η φοροδιαφυγή μετριάζει την πραγματική συνεισφορά του τομέα στην οικονομία.

Το ξεπέρασμα της πανδημίας θα ευνοήσει την σταδιακή επανεκίνηση του τουρισμού το 2021-22, παρά τις αβεβαιότητες και τον αναμενόμενο ανταγωνισμό απο την υποτίμηση της τουρκικής λίρας. Μακροπρόθεσμα ομως η παρούσα δομή της οικονομίας φρενάρει την ανάπτυξη γιατί βασίζεται σε κλάδους συγκριτικά χαμηλής παραγωγικότητας. Οι κλάδοι της εστίασης, των καταλυμάτων, των μεταφορών και του εμπορίου, τους οποίους τροφοδοτεί άμεσα και έμμεσα ο τουρισμός, δημιούργησαν τις μισές νέες θέσεις  εργασίας το 2014-19 αλλά υστερούν κατα 22% της μέσης παραγωγικότητας της οικονομίας. Το «σύνδρομο της σταφίδας» μοιάζει άρα ενεργό, καθως η διευρυνόμενη εξάρτηση της οικονομίας απο τον τουρισμό δεν προσθέτει δυναμισμό στην ανάπτυξη.

Η ποιοτική μετεξέλιξη του τουρισμού είναι ενα πρώτο ζητούμενο. Το προ πανδημίας πρότυπο των 31 εκατομυρίων επισκεπτών υψηλής εποχικότητας δεν φαίνεται επιθυμητό, δεδομένης της υγειονομικής αβεβαιότητας και της υποβάθμισης του προσφερόμενου προϊόντος. Το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας περιέχει δράσεις στην σωστή κατεύθυνση. Το ζήτημα είναι κατα πόσο θα αποδειχθούν καταλυτικές. Η συστηματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής στον τουρισμό θα επιτρέψει παράλληλα στις υγιείς επιχειρήσεις να αναβαθμίσουν ποιοτικά το προιόν τους χωρίς τον αθέμιτο ανταγωνισμό της γκρίζας οικονομίας. Ισχυρή πολιτική βούληση είναι όμως αναγκαία για εντατικότερους ελέγχους σε ενα τομέα που βρέθηκε στην δίνη της πανδημίας και στον οποίο, καλώς ή κακώς, στηρίζονται οι προσδοκίες για ταχύρρυθμη ανάκαμψη. Οι μεταρρυθμίσεις για την αναδιάρθρωση της οικονομίας και την σταδιακή απαγκίστρωση της απο την μονομέρεια του τουρισμού είναι το δεύτερο ζητούμενο, για το οποίο απαιτείται ευρύτερη συναίνεση και στόχευση σε βάθος χρόνου.

 

Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι Οικονομολόγος, Πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α

Money Review