ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το κύμα ανατιμήσεων φρενάρει την ελληνική βιομηχανία

Φωτ. InTimeNews

Σαφείς επιπτώσεις στα ταμεία των ελληνικών επιχειρήσεων έχουν οι μεγάλες ανατιμήσεις σε πρώτες ύλες, ενέργεια και μεταφορικό κόστος, με αποτέλεσμα το «ψαλίδισμα» του περιθωρίου κέρδους και της ανταγωνιστικότητας. Μάλιστα, αν και θεωρητικά οι παραπάνω απώλειες θα μπορούσαν να αντισταθμιστούν από τον αυξημένο όγκο παραγγελιών (ως απόρροια της δυναμικής ανάκαμψης), κάτι τέτοιο καθίσταται αδύνατο, λόγω της έλλειψης πρώτων υλών και υλικών συσκευασίας. 

Η αύξηση της τιμής του πολυπροπυλενίου, για παράδειγμα, προβληματίζει σειρά μεταποιητικών κλάδων. «O όμιλος είναι εκτεθειμένος στη διακύμανση των τιμών του πολυπροπυλενίου (αντιπροσωπεύει περίπου το 53% του κόστους πωληθέντων), την οποία αντιμετωπίζει με ανάλογη μεταβολή στην τιμή πώλησης του τελικού προϊόντος. Το ενδεχόμενο της μη πλήρους μετακύλισης της αύξησης της τιμής του πολυπροπυλενίου στην τιμή πώλησης θα προκαλέσει αναπόφευκτα συμπίεση των περιθωρίων κέρδους. Για τον λόγο αυτόν ο όμιλος προσαρμόζει στο μέτρο του εφικτού τόσο την πολιτική των αποθεμάτων του όσο και την εμπορική πολιτική του, προκειμένου ο εν λόγω κίνδυνος να είναι σε κάθε περίπτωση αντιμετωπίσιμος και διαχειρίσιμος», τονίζει χαρακτηριστικά στην έκθεσή του για το α΄ εξάμηνο του 2021 ο όμιλος «Πλαστικά Θράκης». 

Διαβάστε επίσης: Η παράλληλη ενεργειακή κρίση που χτυπά τη βόρεια Ευρώπη

Το πολυπροπυλένιο είναι μία από τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιεί και η «Παπουτσάνης», όπως και όλες οι ανταγωνίστριες εταιρείες της, και το δίλημμα βεβαίως σε αυτή την περίπτωση είναι εάν μια εταιρεία θα επιλέξει να μετακυλίσει το αυξημένο κόστος στην τιμή του τελικού προϊόντος, χάνοντας όμως πιθανώς έτσι σε ανταγωνιστικότητα, ή να το απορροφήσει, έχοντας έτσι απώλειες στο περιθώριο κέρδους. «H τιμή του PET και του πολυπροπυλενίου εξαρτώνται από το πετρέλαιο. Λόγω του αυξημένου ανταγωνισμού του κλάδου, τυχόν αυξήσεις των διεθνών και εγχώριων τιμών της πρώτης ύλης δεν μετακυλίονται σε όλες τις περιπτώσεις στην τελική τιμή των προϊόντων, γεγονός που ενέχει τον κίνδυνο αρνητικής επίδρασης στα αποτελέσματα του ομίλου», αναφέρει χαρακτηριστικά η διοίκηση της «Παπουτσάνης», η οποία πάντως «χτυπάει το καμπανάκι» για το β΄ εξάμηνο του έτους, επισημαίνοντας ότι τυχόν συνεχιζόμενη αύξηση των πρώτων υλών και διατήρηση των ναύλων σε ιστορικά υψηλά επίπεδα θα επηρεάσουν αρνητικά τα λειτουργικά κέρδη της εταιρείας.

Πίεση των περιθωρίων κέρδους της φοβάται η «Κρι Κρι» λόγω της ανατίμησης βασικών πρώτων υλών και υλικών συσκευασίας που χρησιμοποιεί η γαλακτοβιομηχανία, αλλά και λόγω του αυξημένου μεταφορικού και ενεργειακού κόστους. «Τα περιθώρια κερδοφορίας μας ενδέχεται να πιεστούν, παρά τις προσπάθειές μας για μετακύλιση μέρους της αύξησης του κόστους μας στις τιμές πώλησης των προϊόντων», σημειώνει η διοίκηση της εταιρείας. Ανησυχία για τις τιμές των πρώτων υλών διατυπώνει και η διοίκηση της «Καραμολέγκος», εκτιμώντας ότι μπορεί να επηρεάσουν την κερδοφορία της, επισημαίνοντας ότι η ίδια δεν έχει προβεί ακόμη σε αυξήσεις τιμών στα προϊόντα της.

Διαβάστε επίσης: Τριπλό πλέγμα στήριξης για ρεύμα, αέριο και πετρέλαιο

Το πρόβλημα με τις πρώτες ύλες δεν είναι μόνο η πολύ υψηλότερη τιμή τους αλλά και η καθυστέρηση στην παράδοσή τους, γεγονός που διαταράσσει την παραγωγική διαδικασία, σε μια συγκυρία μάλιστα θετική για τον εγχώριο μεταποιητικό τομέα. Τα στοιχεία του δείκτη υπευθύνων προμηθειών στην ελληνική μεταποίηση (δείκτης PMI), τον οποίο καταρτίζει η εταιρεία IHS Markit, είναι αποκαλυπτικά για τους φραγμούς στην παραγωγή που βάζουν οι καθυστερήσεις στην παράδοση των προμηθειών στη βιομηχανία. Ο εν λόγω δείκτης διαμορφώθηκε τον Σεπτέμβριο στις 58,4 μονάδες, τιμή ελαφρώς χαμηλότερη από τις 59,3 μονάδες του Αυγούστου. Οπως σημειώνει η IHS Markit, «ο ρυθμός αύξησης της παραγωγής ήταν ο δεύτερος ταχύτερος που έχει καταγραφεί από τον Απρίλιο του 2019, παρότι εξασθένησε λόγω των ελλείψεων σε πρώτες ύλες, οι οποίες περιόρισαν την παραγωγική ικανότητα». 

Και προσθέτει: «Η διαρκής αύξηση των νέων παραγγελιών και οι συνεχείς σημαντικές ελλείψεις υλικών, τον Σεπτέμβριο, οδήγησαν στη δριμύτερη αύξηση των αδιεκπεραίωτων εργασιών που έχει καταγραφεί στην ιστορία της έρευνας». Τέλος, σύμφωνα με την αρμόδια οικονομολόγο της IHS Markit, Σιάν Τζόουνς, η βιομηχανική παραγωγή στην Ελλάδα αναμένεται να σημειώσει ετήσια αύξηση 6,6% το 2021, ενώ η αύξηση της παραγωγής ίσως συνεχίσει να περιορίζεται κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου, όσο οι αναταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού εξακολουθούν να υφίστανται.

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News