BUSINESS & FINANCE

Scope: Χρέος και τράπεζες «βαρίδια» στην αξιολόγηση της Ελλάδας

Tο ελληνικό χρέος θα πέσει γύρω στο 186% του ΑΕΠ έως το 2026

φωτ.: Scope

Η Ελλάδα πρέπει να μειώσει το χρέος από τα επίπεδα του 200% του ΑΕΠ, να ανακεφαλαιοποιήσει το τραπεζικό της σύστημα και να περιορίσει τα δομικά προβλήματα της οικονομίας για να αντιμετωπίσει τους περιορισμούς στο αξιόχρεό της, αναφέρει ο οίκος αξιολόγησης Scope Ratings.

Υπενθυμίζεται ότι ο συγκεκριμένος οίκος προχώρησε στις 10 Σεπτεμβρίου στην αναβάθμιση της αξιολόγησης της Ελλάδας κατά μία βαθμίδα, στο BB+ από BB, δηλαδή μόλις μία βαθμίδα από την επενδυτική κατηγορία.

Όπως σημειώνει σε σημερινό του σχόλιο ο αναλυτής που καλύπτει τη χώρα για λογαριασμό του οίκου, Dennis Shen, το χρέος της Ελλάδας (ως προς το ΑΕΠ) είναι το υψηλότερο, μετά από εκείνο της Ιαπωνίας, ανάμεσα στις 36 χώρες τις οποίες αξιολογεί η Scope.

Παρότι ο οίκος προβλέπει ότι το ελληνικό χρέος θα υποχωρήσει στο 199,1% του ΑΕΠ έως τα τέλη του 2021, από το περσινό υψηλό του 205,6%, τονίζει πως  παραμένει πολύ υψηλότερο από τα προ-πανδημίας επίπεδα, στο 180,5% του ΑΕΠ το 2019.

 «Το υψηλό χρέος της Ελλάδας αφήνει το κράτος ευάλωτο σε μία επανεκτίμηση της βιωσιμότητας του χρέους και των ελλειμμάτων που συσσωρεύτηκαν στην κρίση, από την πλευρά των αγορών, μετά την πανδημία, ειδικά καθώς η στήριξη της ΕΚΤ σταδιακά μειώνεται», σημειώνει ο Shen. «Το ότι η χώρα είναι ευάλωτη σε μία διόρθωση της αγοράς παραμένει ένας από τους βασικούς παράγοντες που λειτουργούν περιοριστικά για το αξιόχρεο της Ελλάδας», προσθέτει ο αναλυτής.

Διαβάστε επίσης: Fitch: Πότε θα επιστρέψει η Ελλάδα στην κανονικότητα

Μετά το 2021, η Scope εκτιμά ότι το ελληνικό χρέος θα πέσει γύρω στο 186% του ΑΕΠ έως το 2026, καθώς η ανάπτυξη θα παραμείνει υψηλότερο από τους δυνητικούς ρυθμούς και τα δημοσιονομικά ελλείμματα θα περιοριστούν, εφόσον δεν υπάρξει κάποιο εμπόδιο στην ανάκαμψη της οικονομίας.

Όμως, όπως τονίζει ο οίκος, η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας εξαρτάται από την αντιμετώπιση δομικών προβλημάτων που παραμένουν. Και παρότι αναγνωρίζει την πρόδοο που έχει γίνει σε αυτό τον τομέα, σημειώνει ότι χρειάζεται να συνεχιστεί η μείωση των κόκκινων δανείων στο τραπεζικό σύστημα.

Τα ακόμα υψηλά μη εξυπηρετούμενα δάνεια (έχουν πέσει από το 40% που ήταν στα τέλη του 2019, αλλά παραμένουν στο 21,3% του συνόλου) επηρεάζουν την κερδοφορία του τραπεζικού συστήματος και τη δυνατότητά του να χρηματοδοτήσει την ανάκαμψη.

Λόγω της φτωχής κερδοφορίας και ποιότητας ενεργητικού, η κεφαλαιακή επάρκεια του κλάδου έχει πέσει στο 13,8% από 16,4% που ήταν το τέταρτο τρίμηνο του 2019, ενώ στο δυσμενές σενάριο των stress tests της European Banking Authority, πέφτει στο 8% ή και χαμηλότερα.

Την ίδια στιγμή, το υψηλό μερίδιο του αναβαλλόμενου φόρου στα κεφάλαια των τραπεζών, οι αυξανόμενες θέσεις του κλάδου στα κρατικά ομόλογα και η συμμετοχή του κράτους στο μετοχικό κεφάλαιο και τις εγγυήσεις του προγράμματος Ηρακλής, δημιουργούν μία ισχυρή αλληλεξάρτηση του κράτους με τις τράπεζες, αυξάνοντας το ρίσκο.

Σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων της οικονομίας, η Scope επισημαίνει ότι η κυβέρνηση έχει εστιάσει στην ανελαστικότητα της αγοράς εργασίας, τις χαμηλές επενδύσεις και τις αυξημένες οφειλές. Κατόπιν τούτων, ο οίκος τονίζει ότι η ανεργία παραμένει υψηλή (παρότι έχει μειωθεί σημαντικά), η φορολογική συμμόρφωση είναι ακόμα μία αδυναμία, ενώ οι δαπάνες για συντάξεις και μισθούς στο Δημόσιο παραμένουν υψηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, περιορίζοντας τον δημοσιονομικό χώρο για δαπάνες που βελτιώνουν την ανάπτυξη.

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News