BUSINESS & FINANCE

Πώς αυξήθηκε η συμμετοχή της αναβαλλόμενης φορολογίας στα κεφάλαια των τραπεζών

Φωτ. AP

Κατά 10 περίπου μονάδες αυξήθηκε η συμμετοχή της αναβαλλόμενης φορολογίας στα ίδια κεφάλαια των τραπεζών μέσα σε λίγους μόλις μήνες, φθάνοντας από το 55% των κεφαλαίων τους στο 65% με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία που περιλαμβάνουν και τις εξελίξεις που έλαβαν χώρα το πρώτο τρίμηνο του 2021. Η αιτία έχει να κάνει με την επιδείνωση των κεφαλαίων των τεσσάρων συστημικών τραπεζών κατά την προσπάθειά τους να απορροφήσουν τις ζημιές από τις τιτλοποιήσεις, οι οποίες ελλείψει κερδοφορίας «τρώνε» από τα κεφάλαια.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ίδια κεφάλαια μειώθηκαν από 28,1 δισ. ευρώ το 2019 σε 25,7 δισ. ευρώ στο τέλος του 2020, ενώ σε αναθεωρημένη βάση μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής Galaxy και της έκδοσης ομολόγου Tier II από την Alpha Bank και τη μετατροπή του Cocos της Πειραιώς τα κεφάλαια της κατηγορίας CET 1 διαμορφώθηκαν στα 22,8 δισ. ευρώ. Έτσι το ποσοστό της αναβαλλόμενης φορολογίας που προσμετράται στα κεφάλαια αν και παρέμεινε σταθερό ως απόλυτο μέγεθος ενισχύθηκε ως ποσοστό επί του κεφαλαίου των κοινών μετοχών και αντιπροσωπεύει το 65% από 55% που ήταν το γ’ τρίμηνο του 2020.

Σύμφωνα μάλιστα με τις εκτιμήσεις της ΤτΕ το ποσοστό της αναβαλλόμενης φορολογίας θα φτάσει το 75% των εποπτικών κεφαλαίων τους προσεχείς μήνες, καθώς οι τράπεζες προετοιμάζονται για νέες τιτλοποιήσεις. Η ποιότητα των εποπτικών κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών επανέρχεται στην ατζέντα της συζήτησης και σύμφωνα με εκτιμήσεις είναι η αιτία της απουσίας ισχυρού επενδυτικού ενδιαφέροντος για τον τραπεζικό κλάδο που αποτελεί και την καρδιά του χρηματιστηρίου. Η εικόνα αυτή επιδεινώνεται από τις προβλέψεις για την χαμηλή κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών που αδυνατεί να στηρίξει μια ουσιαστική έξοδο προς τα εμπρός και την προσέλκυση επενδυτών.

Η κερδοφορία

Είναι χαρακτηριστικό ότι η κερδοφορία των τεσσάρων ελληνικών τραπεζών υπήρξε για άλλη μια χρονιά ισχνή το 2020 και περιορίστηκε στα 904 εκατ. ευρώ ή 1,4 δισ. ευρώ εάν αφαιρεθούν οι ζημιές ύψους 530 εκατ. ευρώ που σημείωσε η τράπεζα Πειραιώς. Το τελικό αποτέλεσμα μετά από φόρους διαμορφώθηκε σε ζημιά ύψους 1,7 δισ. ευρώ, εάν συνυπολογιστεί η πρόσθετη απομείωση ύψους 552 εκατ. ευρώ που πήρε η Εθνική τράπεζα για την πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής και την κάλυψη του κόστους για το πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, καθώς και η ζημιά που βαρύνει τη Eurobank Holding από τη συναλλαγή Cairo. Η εικόνα αυτή αναμένεται να συνεχιστεί και το 2021 ενόψει των νέων τιτλοποιήσεων που παράγουν ζημιές και των πιθανών νέων υψηλών προβλέψεων που ενδέχεται να πάρουν προκειμένου να καλύψουν τις επιπτώσεις από την πανδημία.

Τα ομόλογα 

Ο εύθραυστος χαρακτήρας της κερδοφορίας των τραπεζών διατηρήθηκε παρά τα υψηλά χρηματοοικονομικά κέρδη που κατέγραψαν την προηγούμενη χρονιά από το χαρτοφυλάκιο των ελληνικών ομολόγων. Όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της προηγούμενης οικονομικής χρήσης οι πωλήσεις και ανταλλαγές κρατικών ομολόγων ενίσχυσαν τα αποτελέσματα του 2020 κατά 2,4 δισ. ευρώ και στήριξαν την αύξηση των προβλέψεων για τα κόκκινα δάνεια και τις έκτακτες ζημιές. 

Τα υψηλότερα οφέλη από χρηματοοικονομικές πράξεις πώλησης ομολόγων και swap ύψους 1,1 δισ. ευρώ το 2020 έναντι 230 εκατ. ευρώ το 2019 σημείωσε η Εθνική τράπεζα και ακολούθησε η Alpha Bank με κέρδη από χρηματοοικονομικές συναλλαγές ύψους 714 εκατ. ευρώ έναντι 434 εκατ. ευρώ το 2019. Από ανάλογες συναλλαγές η Eurobank κατέγραψε κέρδη 447 εκατ. ευρώ έναντι 113 εκατ. ευρώ, ενώ το όφελος των 220 εκατ. ευρώ που αποκόμισε η τράπεζα Πειραιώς από το swap των ομολόγων θα περάσει στα αποτελέσματα του α’ τριμήνου του 2021. Αν και όχι στο ίδιο επίπεδο, οι τράπεζες διαθέτουν ακόμη αποθέματα για την πραγματοποίηση χρηματοοικονομικών κερδών και το 2021, αλλά όπως εξηγούν αρμόδια τραπεζικά στελέχη, η πολιτική αυτή έχει ημερομηνία λήξης και δεν είναι χωρίς κόστος.

Οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές παρότι λειτουργούν ως ένα ασφαλές καταφύγιο για τη στήριξη της κερδοφορίας σε μια κρίσιμη περίοδο, δεν αποτελούν «δωρεάν γεύμα», στο βαθμό που οι τράπεζες ανταλλάσσουν ή πωλούν ομόλογα με υψηλές αποδόσεις της τάξης του 4% – 5% ή και υψηλότερες σε κάποιες περιπτώσεις και τα αντικαθιστούν με νέα, μικρής απόδοσης της τάξης του 1%. Με τον τρόπο αυτό θυσιάζουν μια σταθερή πηγή εσόδων στο βωμό της προσπάθειας για μείωση των κόκκινων δανείων μέσω των νέων τιτλοποιήσεων που σχεδιάζουν για το 2021.

Εκτός από τη μείωση των εσόδων από τόκους που προκαλεί η αντικατάσταση ομολόγων υψηλής απόδοσης με νέα χαμηλότερης, επίπτωση στο καθαρό αποτέλεσμα έχουν και οι πωλήσεις δανείων, που αφαιρούν από τους ισολογισμούς των τραπεζών ένα σημαντικό μέρος του δανειακού τους χαρτοφυλακίου που παρήγαγε τόκους. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που τα κέρδη από τόκους εμφανίζονται στο σύνολο του 2020 μειωμένα, παρά τη σημαντική πιστωτική επέκταση που είχαμε την προηγούμενη χρονιά και το μηδενικό κόστος που συνεπάγεται για τις τράπεζες η πρόσβαση στο ευρωσύστημα για φθηνό χρήμα. Η τάση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί και το 2021 καθώς οι μεγάλες τιτλοποιήσεις που έχουν ανακοινώσει όλες οι τράπεζες, θα οδηγήσουν στην απο-αναγνώριση από τους ισολογισμούς τους κόκκινων δανείων, μειώνοντας παράλληλα όμως τα έσοδα που τόκους που έχουν λογιστικοποιήσει από αυτά τα χαρτοφυλάκια.

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News