ΑΠΟΨΕΙΣ

Πόση νέα επιχειρηματικότητα χρειαζόμαστε;

Πρόσφατα εκδόθηκε η Ετήσια Έκθεση για την Επιχειρηματικότητα 2019-2020 από το ΙΟΒΕ, στο πλαίσιο της συμμετοχής του στο παγκόσμιο ερευνητικό πρόγραμμα Global Entrepreneurship Monitor. Με βάση τα αποτελέσματα σημειώθηκε εκτίναξη των ατόμων που βρίσκονταν στα αρχικά στάδια έναρξης επιχειρηματικής δραστηριότητας στη χώρα το 2019, σε ένα ποσοστό που έφθασε στο 8,2% (περίπου 536 χιλιάδες άτομα) από 6,4% το 2018, μία από τις υψηλότερες διαχρονικά επιδόσεις. Αρχικό στάδιο θεωρείται το στάδιο σοβαρού σχεδιασμού για την ανάληψη και υλοποίηση μιας επιχειρηματικής πρωτοβουλίας (συμπεριλαμβανομένης της αυτοαπασχόλησης), αλλά και η αρχική έναρξη επιχειρηματικής λειτουργίας, για λιγότερο όμως από 3,5 χρόνια. Προφανώς το οικονομικό περιβάλλον του 2019 έχει μικρή συνάφεια με τον κόσμο που διαμορφώνεται σήμερα με την πανδημική κρίση ακόμα σε έξαρση. Όμως το ερώτημα για το πόση νέα επιχειρηματικότητα χρειαζόμαστε σε μια οικονομία είναι πάντα επίκαιρο και θα είναι ακόμα πιο κομβικό στο επόμενο διάστημα, καθώς η οικονομία θα προσπαθεί να βρει νέο βηματισμό.

Είναι γεγονός ότι ποσοτικά ποτέ δεν μας έλειπαν οι νέες επιχειρήσεις. Λόγω της υψηλής αυταπασχόλησης, η Ελλάδα πάντα συγκέντρωνε υψηλές επιδόσεις στη νέα επιχειρηματικότητα, με πλήθος «μαγαζιών», «γραφείων», κ.ο.κ. Όμως αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία στην αποτίμηση αυτής της επίδοσης είναι να αξιολογούνται τα επιμέρους ποιοτικά χαρακτηριστικά των νέων εγχειρημάτων, όπως η εξωστρέφεια, η καινοτομία και οι προοπτικές μεγέθυνσής τους. Αυτά τα χαρακτηριστικά καθορίζουν την ποιότητα και τη βιωσιμότητα των νέων εγχειρημάτων, καθώς απλώς η ποσοτική ενίσχυση της επιχειρηματικότητας δεν αρκεί για να  δημιουργηθεί αναπτυξιακή δυναμική σε μια οικονομία. Σαφώς τα εγχειρήματα αυτά λύνουν πιθανόν το βιοποριστικό πρόβλημα των ιδρυτών τους, ζήτημα καθόλα σεβαστό και λογικό. Αλλά αν αυτά είναι θνησιγενή, τότε η λύση ήταν πρόσκαιρη χωρίς να προσφέρουν πολλά τελικά στους ιδρυτές του.

Άλλωστε θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα υψηλότερα ποσοστά επιχειρηματικότητας αρχικών σταδίων εντοπίζονται κατά κανόνα σε χώρες χαμηλότερου βιοτικού επιπέδου. Στις χώρες αυτές που συνήθως τα ποσοστά ανεργίας είναι πολύ υψηλά και η εύρεση εργασίας είναι μια μάλλον δύσκολη υπόθεση, τα άτομα ωθούνται στην επιχειρηματικότητα για καθαρά βιοποριστικούς λόγους (ανάγκη). Συνήθως η επιχειρηματικότητα ανάγκης αφορά στην αυτοαπασχόληση και την μικροεπιχειρηματικότητα, ενώ αυτή δεν χαρακτηρίζεται από υψηλή βιωσιμότητα, κάτι που μάλιστα επισημαίνουν και οι ίδιοι οι ιδρυτές. Η έλλειψη μεγάλων επιχειρήσεων, οι δυσκολίες εύρεσης εξαρτημένης εργασίας, σε συνδυασμό με τον διευρυνόμενο εργατικό δυναμικό, ωθούν τα άτομα σε αυτή την «επιχειρηματικότητα ανάγκης» που είναι έτσι πιο ισχυρή στις αναπτυσσόμενες χώρες,

Επίσης, είναι γεγονός ότι σε μακροοικονομικό επίπεδο είναι η μεγέθυνση των καθιερωμένων επιχειρήσεων που δίνει και τη συνολική τάση μεγέθυνσης σε μια οικονομία. Χρειαζόμαστε έναν υπερβολικά μεγάλο αριθμό από ιδρύσεις «start ups» για να φθάσουν στο επίπεδο της προσφοράς εργασίας που δίνουν οι καθιερωμένες επιχειρήσεις σε μια οικονομία. Με λίγα λόγια, αν οι 50 μεγάλες επιχειρήσεις της χώρας αποφασίσουν μία αύξηση του προσωπικού τους κατά 2%, η προσφορά θέσεων εργασίας δύσκολα αντισταθμίζεται από ικανό αριθμό βιώσιμων νεοφυών επιχειρήσεων. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε νεοφυείς επιχειρήσεις. Αλλά ότι χρειαζόμαστε νεοφυείς επιχειρήσεις που διαθέτουν στοιχεία καινοτομίας, μπορούν να προσελκύσουν εξωτερική ζήτηση, ή έστω να υποκαταστήσουν εισαγωγική ζήτηση και κυρίως να είναι σε θέση μεσοπρόθεσμα να μεγαλώσουν και να προσφέρουν νέες θέσεις εργασίας στην εγχώρια οικονομία (και όχι στη Silicon Valley…). Το 2019 επισημάνθηκαν θετικές προοπτικές σε αυτό τον τομέα, ενώ και το ποσοστό όσων διέκοψαν τη λειτουργία επιχειρήσεων ήταν μικρό (μόλις 2%). Αλλά και αυτό πρέπει να διαβάζεται με νηφαλιότητα. Δεν είναι απαραίτητα κακό σε μία οικονομία να κλείνουν επιχειρήσεις, στο βαθμό που αυτές έχουν χαμηλή προστιθέμενη αξία και χαμηλό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα. Αν αντικαθίστανται σταδιακά από άλλες (έστω και λιγότερες αριθμητικά), που συγκεντρώνουν αυτά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, τότε θα απορροφήσουν τους κραδασμούς της λεγόμενης δημιουργικής καταστροφής και πιθανόν και όσους δεν κατάφεραν να «τρέξουν» ένα νέο εγχείρημα. Αν όχι, τότε το αλγεβρικό ισοζύγιο επιδεινώνεται μεν ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά, που είναι και καθοριστικότερο. Συνεπώς, η καινοτόμος επιχειρηματικότητα και η επιχειρηματικότητα έντασης γνώσης είναι αυτή που χρειαζόμαστε στην οικονομία, και ας μην εντυπωσιάζει αριθμητικά. Και αυτή μπορεί να προέλθει τόσο από τις κατάλληλες νεοφυείς επιχειρήσεις, αλλά σαφώς και από τις καθιερωμένες επιχειρήσεις της χώρας.

Μια ακόμα σκέψη. Πολλές φορές οι πολιτικές για την επιχειρηματικότητα αντιμετωπίζουν με το ίδιο «μέτρο» τις νεοφυείς και τις καθιερωμένες επιχειρήσεις, ενώ οι ανάγκες και οι διαστάσεις τους είναι πολύ διαφορετικές. Αυτό έχει επισημανθεί αρκετές φορές. Αλλά ακόμα και στο οικοσύστημα των νεοφυών, υπάρχουν διαφορετικές ταχύτητες ωρίμανσης και επιχειρησιακές ανάγκες. Και είναι καλύτερα να αφιερώσουμε περισσότερους πόρους σε εκείνες που συγκεντρώνουν αυτά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, που μπορούν να μεγαλώσουν, ακόμα και αν δυσαρεστήσουμε κάποιους πιο κοινότοπους. Το τελικό αποτέλεσμα απασχόλησης και προστιθέμενης αξίας ίσως αποβεί έτσι πιο ευνοϊκό για το σύνολο της οικονομίας.

*Ο Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής ΕΜΠ, Διευθυντής Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ)

Money Review