ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι τεχνοβλαστοί και το ελληνικό πανεπιστήμιο

φωτ. InTime News

Η ίδρυση μιας εταιρείας – τεχνοβλαστού, γνωστής ως spin off,  θεωρείται κοινή πρακτική σε πανεπιστήμια και ερευνητικούς οργανισμούς σε ολόκληρο τον προηγμένο κόσμο. Στόχος των εταιρειών αυτών είναι να αξιοποιήσουν και να μεγιστοποιήσουν τα οικονομικά οφέλη της δημιουργούμενης γνώσης εντός των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων. Οι τεχνοβλαστοί είναι ένα από τα εργαλεία με τα οποία γεφυρώνεται το δικαίωμα στη Διανοητική Ιδιοκτησία με την παραγωγή, προκειμένου η γνώση να αξιοποιηθεί στον παραγωγικό ιστό.

Το όφελος για το πανεπιστήμιο είναι πολύ σημαντικό. Οι ερευνητικές δραστηριότητες που διεξάγονται εντός του πανεπιστημίου οδηγούν συχνά σε ανάπτυξη τεχνογνωσίας, καινοτόμων τεχνολογικών διαδικασιών, νέων προϊόντων και συσκευών, πρωτότυπων μεθοδολογιών τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω ερευνητικής ανάπτυξης, βιομηχανικής εφαρμογής και εμπορικής αξιοποίησης γενικότερα. Μέχρι σήμερα η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων μπορεί να μην λάμβανε χώρα καν ή να γινόταν άτυπα, μέσω συγγενικών προσώπων, ή με άλλους «γκρίζους» τρόπους. Έτσι, ένα πανεπιστήμιο για παράδειγμα δεν μπορούσε να αποκομίσει κανένα έσοδο από έρευνα η οποία είχε ενδεχομένως αξιοποιήσει τις υποδομές του και τους ανθρώπινους και άλλους πόρους του, αλλά βεβαίως αντιπροσώπευε το έργο και τον κόπο της αντίστοιχης ερευνητικής ομάδας.

Από τις αρχές Σεπτεμβρίου λοιπόν βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση σχέδιο νόμου για τις εταιρείες – τεχνοβλαστούς. Το σχέδιο αυτό φιλοδοξεί να κωδικοποιήσει σε ένα νομοθέτημα μια σειρά από διάσπαρτες αποσπασματικές διατάξεις οι οποίες υπήρχαν μέχρι σήμερα για αυτό το ζήτημα, αλλά διέπονταν από ασάφειες που θόλωναν το σχετικό τοπίο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να προκύπτουν διαφορετικές νομικές ερμηνείες, οι οποίες τελικά δυσκόλευαν τους ενδιαφερόμενους ερευνητές, αλλά και τις διοικήσεις των πανεπιστημίων να προχωρήσουν στην ίδρυση τέτοιων εταιρειών. Συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι οι σχεδόν μηδενικές επιδόσεις σε αριθμό ιδρύσεων spin off από τα πανεπιστήμια, καθώς η σχετική γραφειοκρατία ήταν απαγορευτική.

Το βασικότερο θετικό στοιχείο αυτής της προσπάθειας είναι οι ξεκάθαροι ορισμοί που τίθενται στη σχετική ορολογία, καθώς και ο ευκρινέστερος τρόπος συμμετοχής των ερευνητών σε αυτές. Αποσαφηνίζεται επίσης η σχέση των εταιρειών με τους ερευνητικούς οργανισμούς, ο τρόπος συμμετοχής του οργανισμού σε αυτές, αλλά και η κατανομή των δικαιωμάτων στους εταίρους. Επίσης προτείνεται ένα πλαίσιο συμμετοχής στις εταιρείες αυτές τρίτων επενδυτών.

Προφανώς κάθε προσπάθεια επιδέχεται βελτιώσεων ή επιμέρους παρεμβάσεων. Η διαβούλευση θα αναδείξει τα σημεία που ενδεχομένως ο νομοθέτης αμέλησε. Όμως ο χρονισμός αυτής της προσπάθειας είναι πολύ σημαντικός, καθώς έρχεται σε μία στιγμή που το εγχώριο οικοσύστημα νεοφυούς επιχειρηματικότητας είναι απολύτως ώριμο να προχωρήσει προς αυτήν την κατεύθυνση. Το περιβάλλον το ανέμενε και το επιζητούσε ώστε να επιλυθούν προβλήματα εφαρμογής και να οριοθετηθεί ο σχετικός οδικός χάρτης και τα απαραίτητα επιχειρησιακά βήματα.

Η εταιρεία – τεχνοβλαστός αναλαμβάνει να διαμορφώσει τα χαρακτηριστικά της εμπορικής αξιοποίησης, αντιπροσωπεύει ένα μέσο μεταφοράς τεχνολογίας και συνεισφέρει στην περαιτέρω ερευνητική, βιομηχανική ή εμπορική αξιοποίησή του. Οι όροι της σχέσης μπορούν πλέον να αποσαφηνιστούν και το πανεπιστήμιο να αποκομίσει ένα σημαντικό έσοδο που θα μπορεί να το επανεπενδύσει σε νέες αντίστοιχες προσπάθειες, σε αμοιβή πατεντών, αλλά και σε υποτροφίες ή ακόμα και καλύτερες υποδομές. Το πανεπιστήμιο επιτελεί με αυτόν τον τρόπο μέρος και του κοινωνικού του ρόλου «επιστρέφοντας» στην κοινωνία και στην παραγωγή προϊόντα και υπηρεσίες. Ταυτόχρονα, μπορεί να μοχλεύσει νέους πόρους τους οποίους θα δύναται να διοχετεύσει και πάλι στη διεξαγωγή της έρευνας εντός της ερευνητικής του κοινότητας.

Αλλά και οι δυνητικά ενδιαφερόμενοι επενδυτές, οι οποίοι έως σήμερα ενδεχομένως να δίσταζαν να προχωρήσουν σε κάποια συνεργασία όταν η κατοχή της διανοητικής ιδιοκτησίας ήταν νεφελώδης, πλέον διαθέτουν πιο ξεκάθαρες νομικές δεσμεύσεις, διαστασιολογημένα οφέλη και υποχρεώσεις, και κοστολογημένο ρίσκο.

Συνεπώς, πρόκειται για μια νομοθετική παρέμβαση απολύτως κρίσιμη, χρήσιμη και η οποία μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερες επιδόσεις το εγχώριο οικοσύστημα καινοτομίας.

Άγγελος Τσακανίκας, Αναπληρωτής Καθηγητής ΕΜΠ, Διευθυντής Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ) 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News