ΑΠΟΨΕΙΣ

Πράσινη μετάβαση χωρίς κόστος;

AP Photo

Οι ανατιμήσεις των πρώτων υλών και της ενέργειας σήμαναν συναγερμό. Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν εσπευσμένη, με μία σειρά μέτρων που αποσκοπούν να μετριάσουν τις επιπτώσεις των ανατιμήσεων στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Σε ότι αφορά την ενέργεια προβλέπεται: (α) κάλυψη μεχρι και 80% του κόστους των αυξήσεων του ηλεκτρικού ρεύματος όλων των νοικοκυριών, μέσω επιδοτήσεων των τιμολογίων από ενα νέο ταμείο ενεργειακής μετάβασης προϋπολογισμού 150 εκατ € και (β) αύξηση μέχρι και 20% του επιδόματος θέρμανσης για τους δικαιούχους.

Οι ανατιμήσεις αντικατοπτρίζουν, αφενός, την ισχυρή διεθνή ζήτηση πρώτων υλών που συνοδεύει την ανάκαμψη. Αφετέρου διαταραχές της προσφοράς, λόγω των συνεχιζόμενων επιπτώσεων της πανδημίας στην παραγωγή, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις μεταφορές. Όπως σωστά τονίζει η κυβέρνηση, πρόκειται για φαινόμενο εξωγενές που εξελίσεται σε παγκόσμια κλίμακα.

Σύμφωνα με το κεντρικό σενάριο, η συνεπαγόμενη έξαρση του πληθωρισμού έχει παροδικό χαρακτήρα. Ο πληθωρισμός θα «κατεβάσει ταχύτητα» απο το 2022 και μετά με την εξομάλυνση της προσφοράς. Το σενάριο αυτό δικαιολογεί μέτρα ανάσχεσης των επιπτώσεων των ανατιμήσεων στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Όταν μια διαταραχή είναι παροδική ενδείκνυται ο μετριασμός των άμεσων συνεπειών της. Όταν όμως έχει πιο μόνιμο χαρακτήρα είναι αναγκαία η δομική προσαρμογή με αλλαγή προτύπων κατανάλωσης και παραγωγής.

Ισχύει όμως αυτό το σενάριο; Οι τιμές της ενέργειας έχουν όντως κυκλικότητα και μεσοπρόθεσμα θα φθάσουν σε μια οροφή. Ζούμε ωστόσο σε μια περίοδο κλιματικής αλλαγής, με ήδη ορατές επιπτώσεις στο περιβάλλον και στις συνθήκες διαβίωσης σε πολλές γωνιές του πλανήτη. Για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής η διεθνής κοινότητα έχει δεσμευτεί, μέσω της συμφωνίας των Παρισίων το 2015, στον περιορισμό των εκπομπών άνθρακα με στόχο την αποφυγή της αύξησης της θερμοκρασίας πάνω απο 1,5 °C σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή. Η Κομισιόν πρότεινε πρόσφατα σαρωτικά μέτρα με στόχο την μείωση των εκπομπών άνθρακα της ΕΕ κατά τουλάχιστον 55% το 2030 σε σχέση με το 1990.

Το ισχυρότερο όπλο για την επίτευξη της «πράσινης μετάβασης» είναι η τιμολόγηση των εκπομπών άνθρακα (carbon pricing). Κάνοντας τις ρυπαντικές πηγές ενέργειας ακριβότερες από τις καθαρές πηγές, η τιμολόγηση άνθρακα συμβάλλει στον περιορισμό της χρήσης τους ενώ ταυτόχρονα παρέχει κίνητρα για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και την καινοτομία στις πράσινες τεχνολογίες. Αυτό επιτυγχάνεται είτε άμεσα, με την θέσπιση φόρων άνθρακα, είτε έμμεσα, με την θέσπιση ανώτατων ορίων εκπομπών και την επιβολή της υποχρέωσης αγοράς «δικαιωμάτων ρύπων» στις επιχειρήσεις που υπερβαίνουν τα όρια (π.χ. ΔΕΗ). Το κόστος μετακυλίεται στις τιμές, ευνοώντας την μείωση των ρυπογόνων δραστηριοτήτων.

Η τιμολόγηση του άνθρακα πρέπει να υποστηρίζεται από μια ευρύτερη πολιτική επενδύσεων σε δίκτυα και πηγές ενέργειας καθαρής τεχνολογίας, όπως άλλωστε προβλέπει το Ευρωπαϊκό ταμείο ανάκαμψης. Παράλληλα είναι αναγκαία η υποστήριξη ευάλωτων νοικοκυριών και περιοχών, όπως προβλέπει το προτεινόμενο από την Κομισιόν Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα.

Ωστόσο, οι επενδύσεις για την πράσινη μετάβαση δεν αρκούν για την επίτευξη των κλιματικών στόχων. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι, σε παγκόσμιο επίπεδο, απαιτούνται πρόσθετα μέτρα ισοδύναμα με τιμή εκπομπών άνθρακα 75 $ ανά τόνο, ή και περισσότερο, έως το 2030. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της προσαρμογής τιμών που απαιτείται να σημειώσουμε ότι η παρούσα τιμή εκπομπών άνθρακα υπολογίζεται διεθνώς κατά μέσο όρο στα 10 $ ανά τόνο… Αν συνεπώς οι κλιματικές δεσμεύσεις θεωρηθούν ισχυρές, οι ενεργειακές ανατιμήσεις οχι μόνο δεν θα είναι παροδικές αλλά μάλλον «ήρθαν για να μείνουν» με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στην δεκαετία που διανύουμε.

Το κόστος της πράσινης μετάβασης θα είναι σημαντικό, παρά το ότι αποσοβείται μάλλον επιμελώς στη σχετική δημόσια συζήτηση. Να μην ξεχνάμε οτι μια αύξηση της φορολογίας των καυσίμων πυροδότησε τον Οκτώβριο του 2018 την εξέγερση των «Gilets jaunes» στη Γαλλία. Εκτιμάται οτι αν οι παγκόσμιες εκπομπές άνθρακα του 2019 τιμολογηθούν στα 75 $ ανά τόνο, το κόστος θα αυξηθεί κατά 2,7% του ΑΕΠ σε σχέση με το παρόν χαμηλό επίπεδο τιμολόγησης. Ένα χρήσιμο μέτρο σύγκρισης είναι το πετρελαϊκό σοκ του 1974 που αντιστοιχούσε σε 3,6% του παγκόσμιου ΑΕΠ του 1973. Το αποτέλεσμα ήταν μια σχεδόν δεκαετής περίοδος στασιμοπληθωρισμού.

Το οικονομικό κόστος της πράσινης μετάβασης δεν θα είναι αναγκαστικά τόσο επώδυνο, με την συνεισφορά των δημοσίων επενδύσεων, της τεχνολογικής καινοτομίας και των δικτύων κοινωνικής προστασίας. Όμως το να στοχεύουμε την πράσινη μετάβαση και ταυτόχρονα να αγνοούμε τις οικονομικές της συνέπειες είναι αντιφατικό. Τα εσπευσμένα αντίδοτα στις ενεργειακές ανατιμήσεις, με επιδοτήσεις των τιμών του ηλεκτρικού, δεν συνάδουν με την πράσινη μετάβαση. Ο λόγος είναι οτι δεν παρέχουν στους καταναλωτές ένα σωστό σήμα για την αναγκαία μακροχρόνια αλλαγή προτύπων. Ενέχουν τον κίνδυνο να δυσχεράνουν μελλοντικά τον περιορισμό των ρύπων με την ανατιμολόγηση των εκπομπών άνθρακα. Η σωστή παρέμβαση για την εξομάλυνση των επιπτώσεων των ανατιμήσεων θα έπρεπε να στοχεύει τα πιο εκτεθειμένα στρώματα και περιοχές με εισοδηματιμές ενισχύσεις που δεν στρεβλώνουν τις τιμές και τα κίνητρα. Ας ελπίσουμε ότι το νεο ταμείο ενεργειακής μετάβασης θα σχεδιαστεί με πιο ορθολογικά κριτήρια στη συνέχεια.

Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι Οικονομολόγος, πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News