ΑΠΟΨΕΙΣ

Η επιτυχία στα χέρια των τεχνοκρατών

AP Photo

Η αλήθεια είναι ότι οι ανάγκες της Ευρώπης είναι τόσο μεγαλύτερες από την τωρινή ικανότητά της να πληρώσει, οπότε θα πρέπει να έχει ουσιαστική επιπρόσθετη βοήθεια. Ειδάλλως, θα αντιμετωπίσει πολύ εκτεταμένη οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάρρευση. Η θεραπεία είναι να σπάσει ο φαύλος κύκλος και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων στο οικονομικό μέλλον των χωρών τους και της Ευρώπης γενικότερα…». Αυτά τα λόγια ειπώθηκαν στις 5.6.1947 από τον George Marshall, τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, στο πλαίσιο της ιστορικής του ομιλίας, με την οποία ανακοίνωσε το Σχέδιο Μάρσαλ, στο Πανεπιστήμιο Harvard.

Με το εν λόγω σχέδιο, και στο πλαίσιο του Δόγματος Τρούμαν, κατά τα έτη 1948-1952, οι ΗΠΑ προσέφεραν, μέσω δανείων και ενισχύσεων, οικονομική υποστήριξη σε 16 ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της χώρας μας, η οποία έλαβε, κατ’ εκτίμηση, περί το 1 δισ. δολ. (βλ. Gallant, Νεότερη Ελλάδα, σελ. 382 επ.). Τόσο οι ειδικές πολιτικές συνθήκες της εποχής, Εμφύλιος και αμερικανική στόχευση ανάσχεσης κομμουνισμού, όσο και η κριτική για τη διαχείριση των πόρων δεν ακυρώνουν τη σημασία που είχε η αμερικανική παρέμβαση για την Ευρώπη αλλά και για τη χώρα μας ειδικότερα και την εδραίωση αυτής στον δυτικό κόσμο. Προσφάτως, οι φωνές που συγκρίνουν το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας με το Σχέδιο Μάρσαλ είναι πολλές, λ.χ. δηλώσεις Κλάους Ρέγκλινγκ, επικεφαλής ESM, και Κυριάκου Πιερρακάκη, υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα αν βρισκόμαστε όντως στη χαραυγή μιας τόσο ιστορικής συγκυρίας για την Ευρώπη και την Ελλάδα ειδικότερα.

Το Ταμείο αποτελεί την απάντηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην οικονομική και κοινωνική καταστροφή που έχει επιφέρει η πανδημία του κορωνοϊού και έχει ως σκοπό, πρώτον, να αμβλύνει τον κοινωνικό και οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας, και δεύτερον, να καταστήσει τις ευρωπαϊκές οικονομίες πιο βιώσιμες, ανθεκτικές και προετοιμασμένες για ένα πιο πράσινο και ψηφιακό μοντέλο λειτουργίας. Συναφώς, ώς τις 31.12.2026 καθίστανται διαθέσιμα 672,5 δισ. ευρώ για τα κράτημέλη προκειμένου να ενισχυθούν μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο εγκρίθηκε το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0» στις 13.7.2021 από το ECOFIN. Προβλέπονται δάνεια ύψους 12,7 δισ. ευρώ (με αναμενόμενη κινητοποίηση 31,8 δισ. ευρώ) και επιχορηγήσεις 18,2 δισ. (με αναμενόμενη κινητοποίηση 25,6 δισ. ευρώ). Το 38% των έργων αφορά την πράσινη μετάβαση και το 22% τον ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας. Δεν είναι υπερβολή ότι το Σχέδιο καταλαμβάνει το σύνολο της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής του τόπου αποτελούμενο από τέσσερις πυλώνες: τον πράσινο, τον ψηφιακό, τον κοινωνικό και αυτόν των ιδιωτικών επενδύσεων και του οικονομικού και θεσμικού μετασχηματισμού.

Ενδεικτικά, το Σχέδιο περιλαμβάνει εθνικό σχέδιο αναδάσωσης, σύνδεση της ηπειρωτικής χώρας με σύγχρονα υποθαλάσσια καλώδια οπτικών ινών με τα ελληνικά νησιά, ψηφιοποίηση καίριων αρχείων σε διάφορους τομείς (λ.χ. υγεία, δικαιοσύνη, κτηματολόγιο), ισχυρά κίνητρα επενδύσεων, σημαντικά έργα υποδομής όπως το βόρειο τμήμα του Ε65, επενδύσεις στον τουρισμό και μεγάλα προγράμματα για την αύξηση της απασχόλησης. Στόχος είναι η δημιουργία 180.000 νέων θέσεων εργασίας και η αύξηση του ύψους του ΑΕΠ κατά 6,9% μέχρι το 2026 (έκθεση της ΤτΕ, Ιούνιος 2021) με το 39% του συνόλου των μέτρων του σχεδίου να αφορά μεταρρυθμίσεις (106 επενδύσεις και 68 μεταρρυθμίσεις). Βασικό στοιχείο της φιλοσοφίας του Σχεδίου είναι η ενεργοποίηση του ιδιωτικού τομέα χρησιμοποιώντας συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και εταιρείες παροχής ενεργειακών υπηρεσιών καθώς και αξιοποιώντας τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης. Τα δάνεια θα δίνονται μέσω εμπορικών τραπεζών, διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών (EIB, EBRD) και της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας Επενδύσεων με κριτήρια αγοράς (50% κρατική χρηματοδότηση, 30% δανεισμός, 20% ίδια κεφάλαια).

Οι θετικές παράμετροι είναι σημαντικές και περιλαμβάνουν τις ακόλουθες:

Πρώτον, από πολιτικής σκοπιάς σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η επιτυχία του όλου εγχειρήματος μπορεί να σηματοδοτήσει ένα βήμα προόδου για την πλήρη δημοσιονομική ενοποίηση και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Σε αυτό το πλαίσιο, διεθνείς αναλυτές αλλά και ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Olaf Scholz έχουν, ίσως καθ’ υπερβολήν, συγκρίνει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ενωσης για το Ταμείο με την αμερικανική συμφωνία του 1790 μεταξύ Hamilton και Thomas Jefferson (για την ανάληψη σε ομοσπονδιακό επίπεδο των χρεών των κρατών-μελών), που κατέστησε τις ΗΠΑ μία πραγματική πολιτική ομοσπονδία («a Hamiltonian moment»).

Δεύτερον, το Σχέδιο δεν είναι μόνον ένα πακέτο ενίσχυσης το οποίο έρχεται να επουλώσει πυροσβεστικά τις πληγές της πανδημίας. Τουναντίον, πρόκειται για την πρόταση ενός νέου οικονομικού υποδείγματος για τη λειτουργία του κράτους και καταλαμβάνει όλες τις πτυχές της οικονομίας και της κοινωνίας σκοπώντας στη διόρθωση διαχρονικών παθογενειών της δημόσιας διοίκησης, της οικονομίας και εντέλει της ελληνικής κοινωνίας.

Τρίτον, το Σχέδιο διαπνέεται από τη λογική της σύμπραξης του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα και της κινητοποίησης αντίστοιχης επενδυτικής δραστηριότητας και πόρων. Συναφώς, εκτός του Δημοσίου και των επενδυτών, καίριο ρόλο θα χρειαστεί να διαδραματίσει και ο τραπεζικός κλάδος. Μοιάζει να είναι η ιδανική στιγμή για κάτι τέτοιο. Οι εμπορικές μας τράπεζες έχουν σημειώσει άλματα προόδου στην αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων. Στο πλαίσιο του Σχεδίου θα έχουν την ευκαιρία να αναλάβουν ρόλο όχι μόνον δανειστή αλλά και συμβούλου κατάρτισης και αξιολόγησης επενδυτικών σχεδίων. Η ενίσχυση του βαρέως πληγέντος την τελευταία δεκαετία τραπεζικού κλάδου έχει τη διακριτή σημασία του για τη μετέπειτα εξέλιξη της οικονομίας μας.

Τέταρτον, το πρόγραμμα είναι εμπροσθοβαρές με το σημαντικότερο μέρος των πόρων να εισρέει από το 2023 και έπειτα. Ωστόσο, ήδη εντός του έτους προβλέπονται εκταμιεύσεις ύψους 7,5 δισ. ευρώ. Σε κάθε όμως περίπτωση, δεν πρέπει να υποτιμηθεί η αξία της προσδοκίας για το μέλλον για τη διαμόρφωση θετικού επενδυτικού κλίματος στο παρόν. Οι προσδοκίες για τη μελλοντική πορεία της οικονομίας συχνά αποδεικνύονται αυτοεκπληρούμενες προφητείες (είτε αρνητικές είτε θετικές) και η σημασία του προσφερόμενου αφηγήματος στη δημιουργία τους είναι θεμελιώδης (D. Coyle, Why optimism about the economy is so important, Financial Times, 24.2.2021). Κοντολογίς, η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης για την ομαλή εξέλιξη του Σχεδίου έχει τη δυνατότητα να έχει ήδη επί του παρόντος ουσιώδες θετικό αντίκτυπο στο οικονομικό κλίμα.

Φυσικά, η επιτυχία κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι. Πρωτίστως, το Δημόσιο θα πρέπει να διασφαλίσει τη διαφανή και αποτελεσματική διαχείριση του εγχειρήματος. Αξίζει να θυμηθούμε τι έγραφε ο Ξ. Ζολώτας για τη μεταπολεμική αμερικανική βοήθεια: «Η παραμέλησις –της εκτελέσεως βασικών παραγωγικών έργων– …(οφείλεται) στην ιδίαν των (αρμοδίων) αδράνεια. Τούτο αποδεικνύεται καθαρά εκ του ότι όχι μόνο δεν εξετελέσθησαν έργα, αλλά δεν κατεβλήθη προσπάθεια καταρτίσεως ούτε των μελετών αι οποίαι αποτελούν την προϋπόθεσιν των έργων» (Νομισματικό Πρόβλημα και Ελληνική Οικονομία, 1950, σελ. 133). Συναφώς, δημόσιος και ιδιωτικός τομέας θα κληθούν να καταβάλουν ηράκλεια προσπάθεια για την επίτευξη 331 οροσήμων και στόχων για την απορρόφηση των πόρων. Επίσης, σημαντικό ζητούμενο θα είναι η ισομερής ωφέλεια των επιμέρους κλάδων της οικονομίας και η αποφυγή δημιουργίας μιας οικονομίας πολλών ταχυτήτων. Σε ευρωπαϊκό δε επίπεδο, ως έχει επισημανθεί, ενδεχόμενη αποτυχία του Ταμείου θα βάλει τέλος στις συζητήσεις για πλήρη δημοσιονομική ένωση για αρκετά χρόνια (Pisani-Ferry, Europe’s Recovery Gamble).

Συμπερασματικά, είναι σαφές ότι η συγκυρία είναι ιστορική. Μπορούμε λοιπόν βασίμως να προσδοκούμε ότι το Σχέδιο θα δημιουργήσει μία νέα Ελλάδα όπως την ονειρευόμαστε; Η πολιτική βούληση θα είναι απαραίτητη. Ενδεχομένως όμως, η τεχνοκρατική δεινότητα των στελεχών του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα που θα κληθούν να υλοποιήσουν το Σχέδιο θα αποδειχθεί ο αποφασιστικός παράγοντας για την επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος.

Το Ταμείο αποτελεί την απάντηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην οικονομική και κοινωνική καταστροφή που έχει επιφέρει η πανδημία του κορωνοϊού.

* Ο κ. Αλκης Γ. Μίρκος είναι διδάκτωρ Νομικής, εταίρος Δικηγορικής Εταιρείας KBVL (Deloitte Legal Network), επισκέπτης ερευνητής Πανεπιστημίου Οξφόρδης (Κολέγιο Wolfson). Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στην Καθημερινή της Κυριακής. 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News