ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Πατέντα Μπάιντεν: Τραμπισμός με ανθρώπινο πρόσωπο

Η ανακοίνωση της κυβέρνησης Μπάιντεν ότι στηρίζει την προσωρινή άρση της πατέντας των εμβολίων κατά της Covid-19 ήταν ένα μικρό σοκ. Όχι μόνο γιατί ήρθε αναπάντεχα, αλλά και για ό,τι σηματοδοτεί για την συζήτηση για τα πνευματικά δικαιώματα και την καινοτομία. Οι πατέντες αποτελούν από την εποχή του θνησιγενούς Γύρου της Ντόχα του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου πριν από 20 χρόνια το νούμερο ένα σημείο τριβής μεταξύ πλούσιων και φτωχών κρατών. Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, έστω και προσωρινά και έστω για το συγκεκριμένο αντικείμενο των εμβολίων, εντάσσονται στο στρατόπεδο χωρών όπως η Ινδία και η Νότιος Αφρική στις διαπραγματεύσεις στον ΠΟΕ αποτελεί καμπή στην ιστορία του διεθνούς εμπορίου.

Έχουμε κατά καιρούς αμφισβητήσει εδώ τον «ριζοσπαστισμό» που αποδίδεται κατά κόρον στον Αμερικάνο πρόεδρο από τα ερωτοτροπούντα προς αυτόν διεθνή ΜΜΕ. Στο συγκεκριμένο ζήτημα όμως οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο Μπάιντεν ανοίγει πρώτος έναν δρόμο που πολύ πιθανόν να καταλήξει – όχι σήμερα βέβαια, αλλά πιθανότατα σε βάθος δεκαετιών – σε αμφισβήτηση της οικονομικής ορθοδοξίας στην οποία στηρίζονται κολοσσιαία οικονομικά συμφέροντα στις ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, ο Μπάιντεν πιθανότατα έλαβε ήδη την μια απόφαση της προεδρίας του για την οποία θα μείνει στην ιστορία.

Αυτά όμως αφορούν το μέλλον. Στο σήμερα υπάρχει η πολιτική συγκυρία της πανδημίας και η προσπάθεια των ΗΠΑ να εξασφαλίσουν τα κέρδη της παγκόσμιας ηγεμονίας τους των προηγούμενων 80 ετών σε έναν κόσμο όπου οι ισορροπίες μεταβάλλονται καθημερινά εις βάρος τους. Από αυτήν την σκοπιά, θα επιμείνουμε και εδώ ότι ο Μπάιντεν συνεχίζει στον δρόμο του προκατόχου του (που και αυτός σε πολλά βάδισε σε δρόμους που πρώτος είχε ανοίξει ο Ομπάμα), δηλαδή την ταυτόχρονη προσπάθεια προώθησης των συμφερόντων των ΗΠΑ και αποκατάστασης των σχέσεων εμπιστοσύνης των Αμερικανών πολιτών με το πολιτικό τους σύστημα μετά από μια 20ετία πόλωσης, πολέμων και οικονομικής κρίσης. Είτε με τον Τραμπ είτε με τον Μπάιντεν, η βασική αρχή δεν αλλάζει: αυτοί οι στόχοι πρέπει να επιτευχθούν ανεξάρτητα από τις ανάγκες «φίλων και συμμάχων».

Μπορούμε λοιπόν να δούμε διαφορετικά την απόφαση για τις πατέντες των εμβολίων πέρα από αγιογραφίες. Κατ’ αρχάς, αυτή δεν ήταν τίποτα παραπάνω από δήλωση προθέσεων σχετικά με την στάση των ΗΠΑ στις διαπραγματεύσεις του ΠΟΥ. Διαπραγματεύσεις που φυσικά μπορεί να κρατήσουν μήνες ή και χρόνια (δηλαδή αφού η πανδημία θα έχει τελειώσει), και για τις οποίες χρειάζεται ομοφωνία. Δηλαδή, οποιοδήποτε άλλο μέρος με ισχυρή φαρμακευτική βιομηχανία – η ΕΕ, η Ελβετία, η Ιαπωνία, η Βραζιλία – μπορεί να θέσει βέτο και η πρόταση των ΗΠΑ να παραμείνει θεωρητική. Το ρίσκο επομένως ήταν λελογισμένο: στο τέλος της διαδικασίας, και τα πανίσχυρα φαρμακευτικά αμερικανικά συμφέροντα μπορεί να μην πληγούν και η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα κερδίσει το πολιτικό κεφάλαιο του «καλού» της υπόθεσης.

Στην διπλωματική διάσταση της απόφασης, αυτή ελήφθη μονομερώς, αν και οι ΗΠΑ γνώριζαν ότι οι κατεξοχήν ενδιαφερόμενοι θα ήταν οι στενότεροι σύμμαχοί τους. Σύμφωνα με ρεπορτάζ, η εκπρόσωπος εμπορίου του Μπάιντεν ενημέρωσε τηλεφωνικά τις Βρυξέλλες μερικά λεπτά πριν ανέβει το tweet που ανακοίνωνε την απόφαση, το οποίο μάλλον λέει περισσότερα για την συγκαταβατική περιφρόνηση με την οποία αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ πια την Ευρώπη. Όπως και η απόφαση απόσυρσης από το Αφγανιστάν, η οποία παρουσιάστηκε ως τετελεσμένο στην τελευταία σύνοδο του ΝΑΤΟ, ζούμε το παράδοξο η μονομέρεια (unilateralism) των ΗΠΑ να αφορά πια όχι βομβαρδισμούς και επεμβάσεις, όπως σε προηγούμενες δεκαετίες, αλλά «προοδευτικές» αποφάσεις που θέτουν τους συμμάχους μπροστά σε δύσκολα διλήμματα.

Παρατηρούμε έτσι την εντυπωσιακή εξέλιξη οι ΗΠΑ να προωθούν πλέον τα συμφέροντά τους μέσω της υιοθέτησης υπερ-προοδευτικών πολιτικών που πλειοδοτούν έναντι άλλων παικτών και πλήττουν τα συμφέροντά τους. Στο θέμα των εμβολίων αυτό φάνηκε ιδιαίτερα με τις αρνητικές αντιδράσεις από την Γερμανία, όπου η Μέρκελ και άλλα στελέχη του CDU αυτονόητα στοιχήθηκαν με τις θέσεις της γερμανικής φαρμακευτικής βιομηχανίας.

Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι ξαφνικά στην θέση του «κακού» που θέλει οι φτωχές χώρες να πληρώνουν για τα εμβόλιά τους. Μάταια Ευρωπαίοι ιθύνοντες προσπαθούν να εξηγήσουν ότι η άρση μιας πατέντας δεν εξασφαλίζει ότι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο σκεύασμα θα μπορεί να παραχθεί άμεσα σε μια αφρικανική ή ασιατική χώρα. Ότι ο γρηγορότερος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η κρίση του κορονοϊού σε χώρες όπως η Ινδία είναι η άμεση εξαγωγή ιατρικού υλικού, συστατικών παραγωγής και εμβολίων. Ότι από την αρχή της κρίσης η ΕΕ έχει εξάγει σχεδόν ίδιο αριθμό εμβολίων με όσα έχει χορηγήσει στους πολίτες της, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ που έχουν στην πράξη επιβάλει απαγόρευση εξαγωγών. Η κίνηση Μπάιντεν μεταφέρει – με την πρόθυμη συνδρομή των Αμερικανόπληκτων και Δημοκρατικόπληκτων ευρωπαϊκών ΜΜΕ – την συζήτηση εκεί που θέλει η Ουάσιγκτον, αποσιωπώντας τις ευθύνες των ΗΠΑ για την έλλειψη εμβολίων παγκοσμίως, ενώ βάζει στο στόχαστρο την ευρωπαϊκή φαρμακευτική βιομηχανία.

Τα καψώνια Μπάιντεν προς την ΕΕ δεν περιορίζονται στα εμβόλια. Οι ΗΠΑ παρουσιάζονται ως προασπιστές των παγκόσμιων αξιών, χαρακτηρίζοντας τις ενέργειες της Κίνας εναντίον των Ουιγούρων ως «γενοκτονία», την ώρα που η ΕΕ επιχείρησε να συνάψει μια επενδυτική συνθήκη με το Πεκίνο η οποία όμως καταρρέει μετά από κυρώσεις που επέβαλε η Κίνα σε μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στο θέμα της παγκόσμιας φορολόγησης επιχειρήσεων, οι ΗΠΑ προωθούν έναν μίνιμουμ φορολογικό συντελεστή 21% σε αντίθεση με το 12.5% που προτείνει η ΕΕ (υπό την πίεση της Ιρλανδίας). Η διαφορά είναι ότι ο Μπάιντεν ζητεί αυτός ο συντελεστής να ισχύσει όχι μόνο για εταιρείες τεχνολογίας, όπως πρότεινε η ΕΕ γιατί αυτές είναι κυρίως αμερικάνικες, αλλά για τις 100 μεγαλύτερες εταιρείες παγκοσμίως ανεξαρτήτως τομέα, περιλαμβάνοντας έτσι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες και γαλλικές πετρελαϊκές.

Χωρίς το τοξικό φορτίο του προκατόχου του, ο Μπάιντεν αναδεικνύεται τελικά σε μεγαλύτερο πονοκέφαλο για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Η παθιασμένη συμμετοχή της Ευρώπης στην εσωτερική πόλωση των ΗΠΑ τα προηγούμενα χρόνια ίσως τελικά να έσκαψε τον λάκκο της. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν μονομερή προοδευτισμό, έναν Τραμπισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, όπου στόχοι ριζοσπαστικοί για την αμερικανική κοινωνία προωθούνται όχι σε συμφωνία αλλά εις βάρος των θεωρούμενων ως συμμάχων των ΗΠΑ. Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι όλο αυτό εξελίσσεται υπό τις ζητωκραυγές της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης.

 

 

Money Review