ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο οικονομικός λαϊκισμός τώρα δικαιώνεται

MR

Ο Τζο Μπάιντεν είναι ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο. Ως διάδοχος του Ντόναλντ Τραμπ, κάθε κίνησή του χαιρετίζεται ως «ιστορική» και κάθε απόφασή του θεωρείται αυτόματα σωστή. Πριν μερικές εβδομάδες η προσωπολατρία προς τον νέο πρόεδρο είχε φτάσει σε νέα ύψη όταν η κυβέρνησή του αποφάσισε να μην διαρρήξει τις σχέσεις των ΗΠΑ με την σύμμαχο Σαουδική Αραβία παρά την κατακραυγή για τον φόνο του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι το 2018.

Ήταν ένας δύσκολος αλλά προφανής συμβιβασμός, από αυτούς που συνηθίζονται στην διεθνή πολιτική. Βέβαια, ο Μπάιντεν δεν έκανε τίποτα διαφορετικό από ό,τι είχε κάνει και ο Τραμπ, που είχε αποφύγει να καταδικάσει την Σαουδική Αραβία για τον φόνο του Κασόγκι. Η διαφορά είναι ότι ενώ ο, τότε αντιπολιτευόμενος, τύπος στις ΗΠΑ είχε περιέλθει σε κατάσταση υστερίας για το πώς ο Τραμπ «προδίδει τις αξίες της Αμερικής», η ίδια ακριβώς απόφαση του Μπάιντεν παρουσιάζεται σήμερα ως δείγμα ρεαλισμού και πολιτικής σοφίας.

Η μεροληψία υπέρ του Μπάιντεν δεν θα μας απασχολούσε αν δεν επηρέαζε τις συζητήσεις για την ζωή μετά την πανδημία. Το βλέπουμε και στην υποδοχή που είχε το πρόγραμμα οικονομικής ανάκαμψης (stimulus) ύψους σχεδόν 2 τρις δολαρίων που εγκρίθηκε από το Κογκρέσο. Στο σύνολό τους τα διεθνή μέσα το ανακήρυξαν «ριζοσπαστικό», «επαναστατικό» και «νέο New Deal», παραλληλίζοντάς το με το πρόγραμμα του Φράνκλιν Ρούζβελτ την δεκαετία του ’30.

Δεν θα σταθούμε σε προφανή ζητήματα δεοντολογίας στην κάλυψη των γεγονότων, όπως το ότι ένα πρόγραμμα 2 τρις δολαρίων παρουσιάζεται ως ιστορικό την στιγμή που οι ΗΠΑ είχαν ήδη ξοδέψει το 2020 σχεδόν 3 τρις δολάρια σε διάφορες ενισχύσεις. Ούτε στην ειρωνεία να βλέπεις μέσα-ναυαρχίδες του χρηματοοικονομικού κατεστημένου να γίνονται υποστηρικτές δημοσίων δαπανών. Αυτό που ενδιαφέρει είναι τι σηματοδοτεί το πρόγραμμα Μπάιντεν για την αντιμετώπιση των πολιτικών και οικονομικών ανισορροπιών που προϋπήρχαν της πανδημίας.

Το πακέτο Μπάιντεν αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από άμεσες και έμμεσες μεταβιβάσεις. Το μέτρο που έχει κερδίσει την μεγαλύτερη δημοσιότητα είναι η χορήγηση 1400 δολαρίων σε κάθε πολίτη με εισόδημα κάτω από ένα όριο, αλλά το πακέτο περιλαμβάνει ακόμα επέκταση επιδομάτων ανεργίας, φορολογικές ελαφρύνσεις κ.α. Δυο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του. Πρώτον, είναι κατά κύριο λόγο προσωρινής φύσης, καθώς οι περισσότερες παροχές είναι διασυνδεδεμένες με την αντιμετώπιση της πανδημίας. Δεύτερον, δεν προχωρά στην ενίσχυση υπαρχόντων ή δημιουργία νέων κοινωνικών και προνοιακών προγραμμάτων.

Αυτά τα δυο χαρακτηριστικά κάνουν το πακέτο Μπάιντεν να διαφέρει από το New Deal ή το μεταπολεμικό Ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας με τα οποία οι ενθουσιώδεις υποστηρικτές του το συγκρίνουν. Η επέκταση του κράτους στα μέσα του 20ου αιώνα σε Ευρώπη και Αμερική αποσκοπούσε, πρώτον, στην οικοδόμηση μόνιμων θεσμών, όπως τα εθνικά συστήματα υγείας, που δεν θα ήταν εύκολο να καταργηθούν (όπως νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις διαπίστωσαν στην δεκαετία του ’80). Δεύτερον, οι θεσμοί πρόνοιας και ρύθμισης της οικονομίας στελεχώνονταν και από εκπροσώπους των κοινωνικών ομάδων που αυτοί υπηρετούσαν  από τα συνδικάτα, το Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ και τα εργατικά κόμματα στην Ευρώπη. Δεν ήταν επομένως μόνο θεσμοί οικονομικής εξισορρόπησης αλλά και πολιτικής συμμετοχής.

Τρίτον, ενώ οι θεσμοί πρόνοιας είχαν κατ’ αρχήν καθολικό χαρακτήρα, λειτουργούσαν στην πράξη αναδιανεμητικά, καθώς οι φτωχότεροι επωφελούνταν αναλογικά από συντάξεις, επιδόματα, δωρεάν υγεία κλπ. Ο καθολικός τους χαρακτήρας όμως τους προσέδιδε τον χαρακτήρα του «διχτυού ασφαλείας» που θα μπορούσε να χρησιμεύσει σε κάθε πολίτη που θα βρισκόταν σε ανάγκη, αυξάνοντας έτσι την νομιμοποίησή τους.

Το πρόγραμμα του Μπάιντεν δεν παρουσιάζει κανένα από αυτά τα στοιχεία. Πρώτον, ο μεταβιβαστικός αλλά όχι αναδιανεμητικός χαρακτήρας του δεν θεραπεύει καμία από τις ανισορροπίες που έχουν συσσωρευθεί στην αμερικανική οικονομία, από το τεράστιο φοιτητικό χρέος στις στρεβλώσεις των νέων μορφών επισφαλούς εργασίας. Αντίθετα, όπως και η πολιτική μηδενικών επιτοκίων που τελικά ευνόησε τους έχοντες (κατόχους ακινήτων, επενδυτές κλπ.), μια πλημμυρίδα ρευστότητας βοηθάει μεν στο πρόσκαιρο ξεπέρασμα μιας ύφεσης, καταλήγει όμως να εμβαθύνει προϋπάρχουσες ανισότητες αν δεν συνοδεύεται από άλλες πολιτικές. 

Δεύτερον, σε αντίθεση με τους θεσμούς, οι μεταβιβάσεις μπορούν να καταργηθούν ή, συχνότερα, να ανακατευθυνθούν προς λιγότερο προοδευτικούς στόχους, όπως κάνουν κατά κόρον οι Ρεπουμπλικάνοι με τις φορολογικές περικοπές για τους πλουσίους που ψηφίζουν όποτε αποκτούν τον έλεγχο του Κογκρέσου. Το πακέτο Μπάιντεν διαφέρει θεμελιωδώς από πχ το Obamacare, το πρόγραμμα δημόσιας υγείας του Μπαράκ Ομπάμα που επιβίωσε παρά την οργισμένη αντίθεση των Ρεπουμπλικάνων και την προσπάθεια του Τραμπ να το καταργήσει.

Τρίτον, το πρόγραμμα Μπάιντεν, σε αντίθεση με το κράτος πρόνοιας ή το New Deal, δεν κάνει τους εργαζομένους ενεργούς και ισότιμους δρώντες της οικονομικής πολιτικής. Ακόμα και αν είναι απαραίτητες για την έξοδο από μια ύφεση, οι παροχές τελικά εμβαθύνουν την αντίληψη ότι τα προβλήματα επιλύονται μόνο από την βούληση της ηγεσίας και την λήψη αποφάσεων «από τα πάνω». Και η διαφορά μεταξύ πολιτικής συμμετοχής και εξάρτησης από την ηγεσία είναι, σε τελική ανάλυση, ταυτόσημη με την διαφορά μεταξύ πραγματικά προοδευτικών κινημάτων και του αυταρχικού λαϊκισμού που μας ταλαιπωρεί σήμερα.

Αν κάποιος σκεφτεί τις συζητήσεις για τον λαϊκισμό ως οικονομική φιλοσοφία σε προηγούμενες δεκαετίες, από τον Περονισμό της δεκαετίας του ’50 στον Ανδρέα Παπανδρέου το ’80, θα δει ότι ίδιόν του δεν είναι απαραίτητα οι δημόσιες δαπάνες (υπάρχουν άλλωστε και νεοφιλελεύθεροι λαϊκιστές), αλλά η χρήση της οικονομικής πολιτικής για την εκπλήρωση ιδιοτελών πολιτικών σκοπών και την διαιώνιση μιας σχέσης εξάρτησης μεταξύ ηγέτη και οπαδών. Τελικά, οι οικονομικές πολιτικές έναντι των κρίσεων της τελευταίας δεκαετίας σε ΗΠΑ και Ευρώπη παρουσιάζονται ως τρόπος αντιμετώπισης του λαϊκισμού, όμως επιτείνουν ακριβώς εκείνες τις συνθήκες – παθητικότητα έναντι της εξουσίας, αντίληψη της σχέσης πολίτη-πολιτικής όχι ως συμμετοχή αλλά ως συναλλαγή – που ευνοούν την άνοδό του.

Το πακέτο Μπάιντεν επομένως δεν αποτελεί κάποιου είδους τομή, αλλά αντίθετα το απολύτως απαραίτητο πρώτο βήμα διάσωσης μιας χειμαζόμενης από την πανδημία οικονομίας. Το έργο της ανοικοδόμησης τώρα ξεκινά, και θα χρειαστούν πολλά περισσότερα από πρόσκαιρες παροχές, ή η ανακήρυξη του Τζο Μπάιντεν σε «νέο Ρούζβλετ» από τον κατεστημένο τύπο, για να προληφθούν βαθιές πολιτικές κρίσεις στο μέλλον.

 

 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News