ΑΠΟΨΕΙΣ

Είναι ο Μπάιντεν ο Ρούσβελτ του 21ου αιώνα;

Ο Τζο Μπάιντεν συμπλήρωσε 100 υπερδραστήριες ημέρες στην προεδρία των ΗΠΑ, με έναν καταιγισμό οικονομικών μέτρων, τόσο βραχυπρόθεσμης στήριξης όσο και μακροχρόνιας εμβέλειας. Τα μεγέθη είναι στρατοσφαιρικά, με δαπάνες 6 τρις $ που ισοδυναμούν με περίπου 30% του ΑΕΠ. Η πρώτη πτυχή των μέτρων αφορά την συμπληρωματική στήριξη 1,9 τρις $ για έξοδο απο την πανδημία, που προστέθηκε στα δυο πακέτα του 2020 συνολικού ύψους 2,9 τρις $. Η δεύτερη πτυχή είναι αναπτυξιακή/αναδιανεμητική. Περικλείει δύο πακέτα δαπανών σε βάθος δεκαετίας, για την βελτίωση των υποδομών και την κοινωνική πρόνοια, και ενα φορολογικό πακέτο για την χρηματοδότηση αυτών των δαπανών.

Οι επενδύσεις στις υποδομές, με έμφαση στην καθαρή ενέργεια, ανέρχονται σε 2,1 τρις $. Το πακέτο κοινωνικής πρόνοιας φθάνει τα 1,9 τρις $. Εστιάζεται στην δωρεάν καθολική προσχολική εκπαίδευση και την φροντίδα των νηπίων, στην δωρεάν διετή φοίτηση σε κοινοτικά κολλέγια, και σε επέκταση των αδειών μετ’ αποδοχών με ομοσπονδιακούς πόρους. Οι δαπάνες αυτές είναι μόνιμου χαρακτήρα αφού δημιουργούν ένα ευρύ πλέγμα νέων δικαιούχων.

Το φορολογικό πακέτο αναμένεται να αποδώσει 4 τρις $ σε βάθος χρόνου και έχει αναδιανεμητική στόχευση. Περιλαμβάνει την αύξηση του εταιρικού φόρου απο 21% σε 28%, την αύξηση της φορολογίας για το εισοδηματικά ανώτερο 1-2%, και τον διπλασιασμό του φόρου κεφαλαιακών κερδών σε 40% για τους επενδυτές με εισοδήματα ανω του 1 εκατ δολαρίων.

Η σύγκριση του Τζο Μπάιντεν με τον Φραγκλίνο Ρούσβελτ ήρθε σχεδόν αυθόρμητα, καθώς ο Ρούσβελτ εισήγαγε το New Deal επίσης στις πρώτες εκατό ημέρες της θητείας του το 1932. Συμπεριελάμβανε δημόσια έργα για να απαγκιστρώσει την οικονομία απο την μεγάλη ύφεση, αλλά και σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις προς όφελος της εργασίας. Το αναδιανεμητικό πακέτο Μπάιντεν σηματοδοτεί επίσης για πολλούς μια ριζική αλλαγή σελίδας με την ενίσχυση των δημοσίων δαπανών, αναστρέφοντας τον περιορισμό της εμβέλειας του κράτους που ξεκίνησε απο την δεκαετία του 80. Η υψηλότερη φορολόγηση του κεφαλαίου επιχειρεί ταυτόχρονα να αναστρέψει την όξυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων των τελευταίων δεκαετιών.

Ας εξετάσουμε συνοπτικά τις δυο πτυχές των μέτρων. Το ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε το πρώτο τρίμηνο με ρυθμό 6,4% σε ετήσια βάση, πλησιάζοντας το προ πανδημίας επίπεδο, το οποίο πιθανώς θα ξεπεράσει το καλοκαίρι. Όπως έχουν επισημάνει ο Olivier Blanchard (πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ) και ο Larry Summers (πρώην υπουργός οικονομικών του Μπιλ Κλίντον) το «παραγωγικό κενό» (output gap) ως προς το ΑΕΠ πλήρους απασχόλησης ανερχόταν στο τέλος του 2020 περίπου σε 4,2% που αντιστοιχεί σε 900 δις $. Η συμπληρωματική στήριξη 1,9 τρις $ εκτιμάται συνεπώς δυσανάλογη σε σχέση με τις ανάγκες της οικονομίας. Πρόκειται μάλλον για ενα «ντοπάρισμα» της οικονομίας, παρά για μια προσπάθεια εξόδου απο την ύφεση, σε αντίθεση με τις συνθήκες του 1932.

Η αναπτυξιακή/αναδιανεμητική πτυχή των μέτρων στοχεύει την ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς, σύμφωνα με πολιτικές της κεντροαριστερής πτέρυγας των δημοκρατικών. Οι επιλογές αυτές όμως δεν φαίνονται ευθυγραμμισμένες με την οικονομική πραγματικότητα της προ πανδημίας εποχής. Να θυμίσουμε οτι η αμερικανική οικονομία διένυε το 2019 την μακρύτερη μεταπολεμικά περίοδο συνεχόμενης ανάπτυξης, με ρυθμό ανώτερο του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, ενώ το ποσοστό ανεργίας είχε μειωθεί στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 50 ετών αγγίζοντας το 3,5%. Η μείωση της ανεργίας το 2016-19 είχε ενισχύσει τα χαμηλά εισοδήματα, συνεισφέροντας στην άμβλυνση των ανισοτήτων και της φτώχειας ανεξαρτήτως ηλικιακών η φυλετικών ομάδων.

Ένας πρώτος κίνδυνος είναι η αύξηση του εταιρικού φόρου να επιβραδύνει την ανάπτυξη, όπως έχουν διεθνώς επιβεβαιώσει μελέτες του ΟΟΣΑ. Ενδέχεται συνεπώς να εξουδετερωθεί η ώθηση που αναμένεται απο τις επενδύσεις στις υποδομές. Επιπλέον, ως και 70% του εταιρικού φόρου μετακυλίεται τελικά την εργασία, μέσω χαμηλότερης απασχόλησης, άρα και αμοιβών, ενώ μονο το υπόλοιπο επιβαρύνει το κεφάλαιο. Καθώς είναι εξάλλου πιθανό το φορολογικό πακέτο Μπάιντεν να μην αποδώσει τα αναμενόμενα έσοδα, ενδέχεται να χρειαστεί γενικότερη αύξηση των φόρων στο εισόδημα της μεσαίας τάξης.

Ένας δεύτερος κίνδυνος είναι τα τρία πακέτα δαπανών να τροφοδοτήσουν τον πληθωρισμό λόγω υπερβολικής αύξησης της ζήτησης. Η ανησυχία αυτή αντανακλάται στις αποδώσεις των ομολόγων που κινούνται αυξητικά. Αν η υψηλότερη εταιρική φορολογία επιβραδύνει μακροχρόνια την ανάπτυξη, το συνολικό εγχείρημα ενδέχεται να καταλήξει σε στασιμοπληθωρισμό, ανάλογο με αυτόν της δεκαετίας του 70.

Η υπερθέρμανση της οικονομίας είχε τότε δρομολογηθεί με τις φοροαπαλλαγές και τις δαπάνες ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους («The Great Society”) της διακυβέρνησης Κένεντι-Τζόνσον την δεκαετία του 60. Ο πληθωρισμός είχε αναζωπυρωθεί απο 1% το 1962 στο 5,5% το 1969. Στην συνέχεια τα πετρελαϊκά σοκ επιβράδυναν την ανάπτυξη, επιφέροντας στασιμοπληθωρισμό. Ο Τζίμι Κάρτερ, ενας απο τους συμπαθέστερους αμερικανούς προέδρους, είχε επωμιστεί το 1976-80 το βάρος της λύσης του αδιεξόδου. Το πολιτικό κόστος για τους δημοκρατικούς ήταν υψηλό, οδηγώντας στην μακροχρόνια επικράτηση της φιλελεύθερης διαχείρησης της οικονομίας και της μείωσης του παρεμβατισμού. Αν το «κακό σενάριο» πραγματοποιηθεί, η αλλαγή σελίδας του Τζο Μπάιντεν ενδέχεται τελικά να φέρει περισσότερες ομοιότητες με την εμπειρία Κάρτερ παρά με το New Deal του Ρούσβελτ.

 

 

Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι Οικονομολόγος, Πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α. 

Money Review