ΑΠΟΨΕΙΣ

Παγκόσμιος εταιρικός φόρος: Ποιον θα επιβαρύνει τελικά;

Ενα μέτωπο άρχισε να διαμορφώνεται πρόσφατα, μεταξύ των ΗΠΑ και μεγάλων χωρών της ΕΕ, υπέρ της θεσμοθέτησης ενός ελάχιστου διεθνούς εταιρικού φόρου. Kαταλύτης ηταν η πρόθεση της κυβέρνησης Μπάιντεν να αυξήσει τον εταιρικό φόρο στο 28% για να χρηματοδοτήσει μέρος του επενδυτικού προγράμματος-μαμούθ στις υποδομές, ύψους 2,4 τρισ. δολάρια. Η κυβέρνηση Τραμπ είχε μειώσει το 2017 τον φορολογικό συντελεστή των επιχειρήσεων απο 35% στο 21%.

Η προτεινόμενη αύξηση του εταιρικού φόρου στις ΗΠΑ παρουσιάστηκε σαν μια ευρύτερη φορολογική μεταρρύθμιση με παγκόσμια εμβέλεια. Σαν στόχος τέθηκε ο τερματισμός της λεγόμενης «κούρσας προς τον πάτο» (race to the bottom) της εταιρικής φορολογίας με την θέσπιση ενός ελάχιστου παγκόσμιου εταιρικού φορολογικού συντελεστή. Προτάθηκε παράλληλα και η διεθνής εναρμόνιση των φορολογικών διατάξεων του εταιρικού εισοδήματος ωστε να αποφεύγεται η ευνοϊκή μεταχείριση που προσφέρουν ορισμένες χωρες σε πολυεθνικές εταιρείες.  

Τα θέματα αυτά αποτελούν αντικείμενο διαβουλεύσεων στα πλαίσια του Ο.Ο.Σ.Α απο το 2009, υπο την αιγίδα του G20. Οι εργασίες του Ο.Ο.Σ.Α αποσκοπούν στη θέσπιση διεθνώς αποδεκτών μέτρων για τον περιορισμό της διάβρωσης της φορολογικής βάσης και της μεταφοράς κερδών απο τις πολυεθνικές εταιρίες σε χώρες με χαμηλότερη εταιρική φορολογία (Base Erosion and Profit Shifting – BEPS). Ο οργανισμός εκτιμά οτι αυτές οι πρακτικές αποστερούν ετησίως απο τις κυβερνήσεις φορολογικά έσοδα 100-240 δις $, που αντιστοιχούν σε 4%-10% του φόρου εταιρικού εισοδήματος παγκοσμίως. Η κυβέρνηση Τραμπ είχε αντιταχθεί στην περαιτέρω επέκταση αυτων των διαβουλεύσεων στα πλαίσια του Ο.Ο.Σ.Α.  

Η Γαλλία και η Γερμανία εξέφρασαν ικανοποίηση μετα την μεταστροφή της αμερικανικής θέσης, προσβλέποντας σε συμφωνία στα πλαίσια του Ο.Ο.Σ.Α ακόμα και μέσα στο ερχόμενο καλοκαίρι. Οι κυβερνήσεις των δυο χωρών αντιμετωπίζουν εκλογές στο επόμενο δωδεκάμηνο αλλά και υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα λόγω της κρίσης. Η δυνατότητα αύξησης των φορολογικών εσόδων μεσω της εταιρικής φορολογίας αντιμετωπίζεται ευνοϊκά καθως απομακρύνει την ανάγκη αντιδημοφιλών αυξήσεων άλλων άμεσων η έμμεσων φόρων. Προσδοκούν ταυτόχρονα, εάν επιτευχθεί συμφωνία, μείωση του φορολογικού ανταγωνισμού απο την Ιρλανδία και άλλες χώρες χαμηλής εταιρικής  φορολογίας. Παντως ο συντελεστής 12,5% ειχε αποτελέσει «κόκκινη γραμμή» για την ιρλανδική κυβέρνηση, παρα τις πιέσεις των δανειστών κατα την κρίση χρέους το 2010. 

Σύμφωνα με στοιχεία του Ο.Ο.Σ.Α ο μέσος όρος των εταιρικών φορολογικών συντελεστών παγκοσμίως εχει μειωθεί απο 40,1% το 1980 στο 23,9% το 2020. Η παγκοσμιοποίηση ευνόησε αναμφίβολα την τάση αυτή καθως αύξησε την κινητικότητα του κεφαλαίου. Παράλληλα ομως έγινε ευρύτερα κατανοητό οτι η υψηλή εταιρική φορολογία επιβραδύνει τις επενδύσεις, και άρα την ανάπτυξη, οπως εχουν εξάλλου επιβεβαιώσει μελέτες του Ο.Ο.Σ.Α. Οι κυβερνήσεις επέλεξαν συνεπώς διαχρονικά την μείωση των φορολογικών συντελεστών άσχετα απο την επίδραση της παγκοσμιοποίησης. Παρά την θεαματική πάντως μείωση των συντελεστών, η διεύρυνση της βάσης του εταιρικού φόρου εμπόδισε την διάβρωση των φορολογικών εσόδων. Τα έσοδα του εταιρικού φόρου κατά μέσο όρο στις χώρες του Ο.Ο.Σ.Α αυξήθηκαν απο 2,5% του ΑΕΠ το 1990 σε 3,6% το 2007, παραμένοντας στο 3% το 2017 παρά τις συνέπειες της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Παράλληλα η σχετική συζήτηση παρακάμπτει επιμελώς το βαθύτερο ζήτημα της τελικής επίπτωσης του εταιρικού φόρου. Το οτι οι επιχειρήσεις καταβάλουν τον φόρο επι των κερδών τους στις φορολογικές αρχές δεν σημαίνει οτι στο σημείο αυτο εξαντλείται η επιβάρυνση απο τον εταιρικό φόρο. Η επιβάρυνση ενδέχεται να μετακυλίεται εν μέρει στους καταναλωτές που χρεώνονται υψηλότερες τιμές λόγω του φόρου. Στον βαθμό που οι υψηλότερες τιμές μειώνουν την ζήτηση, τόσο του προϊόντος όσο και της εργασίας για την παραγωγή του, ο υψηλότερος φόρος ενδέχεται να επιβαρύνει τελικά και τους εργαζόμενους, επιφέροντας χαμηλότερο επίπεδο απασχόλησης αλλα και μισθών. Επιβάρυνση υφίστανται και οι μέτοχοι των επιχειρήσεων – που περικλείουν και ασφαλιστικά ταμεία – λογω χαμηλότερης κερδοφορίας και κεφαλαιοποίησης.

Αν η μετακύλιση μέρους του εταιρικού φόρου στους μετόχους, που είναι κατά τεκμήριο πιο εύποροι, θεωρείται συμβατή με την επιζητούμενη προοδευτικότητα του φορολογικού συστήματος, δεν ισχύει το ίδιο για την συνολική επίπτωση του φόρου. Το ζήτημα αποτελεί αντικείμενο ερευνών, χωρίς να εχει επιτευχθεί σύγκλιση απόψεων. Σύμφωνα πάντως με πρόσφατες εκτιμήσεις, στις ΗΠΑ μεταξύ 50% και 70% του εταιρικού φόρου επιβαρύνει τελικά την εργασία και μονο το υπόλοιπο μετακυλίεται στο κεφάλαιο. Στην Γερμανία εκτιμήθηκε οτι περίπου το μισό του εταιρικού φόρου επιβαρύνει τους εργαζόμενους και ειδικότερα τους ανειδίκευτους, τους νέους και τη γυναικεία εργασία.

«Παραθυράκια» που διευκολύνουν την φοροδιαφυγή των πολυεθνικών ασφαλώς υπάρχουν και επιβάλλεται να κλείσουν. Γίνεται ομως ταυτόχρονα προφανές οτι η λεγόμενη «κούρσα προς τον πάτο» της εταιρικής φορολογίας, και η συνακόλουθη πρόταση για θεσμοθέτηση ενός ελάχιστου διεθνούς εταιρικού φόρου, λειτουργεί σε σημαντικό βαθμό σαν «προπέτασμα καπνού». Επικαλύπτει την τάση πολλών κυβερνήσεων να αναζητούν εύκολες πηγές φορολογικών εσόδων, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τις ευρύτερες φορολογικές μεταρρυθμίσεις που θα ηταν φιλικότερες προς την ανάπτυξη αλλά ενδεχομένως και πολιτικά επισφαλείς. Αν η πρόταση θεσμοθετηθεί, επιφέροντας γενικευμένη διεθνώς αύξηση του εταιρικού φόρου, είναι πιθανό οι επιπτώσεις να είναι επιβλαβείς τόσο για την ανάπτυξη όσο και για την χαμηλόμισθη εργασία.

 

 

Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι Οικονομολόγος, Πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α

Money Review