The New York Times Πέμπτη 24/12/2020, 08:15 ADAM SATARIANO ΚΑΙ ΜΑΤΙΝΑ ΣΤΕΒΗ-GRIDNEFF
THE NEW YORK TIMES

Οι λομπίστες του Big Tech αλωνίζουν στην Ευρώπη

φωτ.: New York Times

Η διαρροή ενός εγγράφου ταρακούνησε τις Βρυξέλλες, την πρωτεύουσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον Οκτώβριο, αποκαλύπτοντας με λεπτομέρειες τα σχέδια της Google να υπονομεύσει τη νέα νομοθεσία η οποία θα μπορούσε να πλήξει σημαντικά τις δραστηριότητές της στην ψηφιακή διαφήμιση.  

«Ακαδημαϊκοί σύμμαχοι» θα έκαναν ερωτήσεις σχετικά με τους νέους κανόνες. Η Google θα επιχειρούσε να διαβρώσει τη στήριξη μέσα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ώστε να περιπλέξει τη διαδικασία χάραξης της πολιτικής και να προσπαθήσει να σπείρει μία διατλαντική διαμάχη, στρατολογώντας Αμερικανούς αξιωματούχους κατά της ευρωπαϊκής πολιτικής. Για πολλούς αξιωματούχους στις Βρυξέλλες, το έγγραφο επιβεβαίωσε αυτό που από καιρό υποπτεύονταν: Οι αμερικανικοί γίγαντες της τεχνολογίας εμπλέκονται σε μία ευρεία εκστρατεία λόμπινγκ για να σταματήσουν την ισχυρότερη ρύθμιση της αγοράς εναντίον τους. 

Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει γίνει ο παγκόσμιος ηγέτης στην τεχνολογική εποπτεία, αυτές οι εταιρείες εστιάζουν όλο και πιο πολύ στις Βρυξέλλες, με την ελπίδα να καταπνίξουν τους ακόμα αυστηρότερους κανόνες πριν αυτοί διαδοθούν. Οι αμερικανικές εποπτικές αρχές έχουν ήδη γίνει πολύ πιο επιθετικές. Στις αρχές Δεκεμβρίου, ομοσπονδιακοί και πολιτειακοί αξιωματούχοι κατηγόρησαν τη Facebook ότι συνθλίβει παράνομα τον ανταγωνισμό. Τον Οκτώβριο, το υπουργείο Δικαιοσύνης κατηγόρησε την Google ότι προστατεύει παράνομα το μονοπώλιό της στην αναζήτηση.  

Στην Ευρώπη, οι εταιρείες προσλαμβάνουν πρώην κυβερνητικούς αξιωματούχους, νομικά γραφεία με καλές διασυνδέσεις και εταιρείες συμβούλων. Έχουν χρηματοδοτήσει δεκάδες think tanks και εμπορικές ενώσεις, έχουν κάνει δωρεές για ακαδημαϊκές έδρες και έχουν βοηθήσει να δημοσιευτούν φιλικές προς τον κλάδο έρευνες. 

Το πρώτο εξάμηνο του 2020, η Google, η Facebook,  η Amazon, η Apple και η Microsoft δήλωσαν ότι ξόδεψαν συνολικά 19 εκατ. ευρώ ή περίπου 23 εκατ. δολάρια, όσα είχαν δηλώσει για το σύνολο του 2019 και αυξημένα σε σχέση με τα 6,8 εκατ. ευρώ του 2014, σύμφωνα με την Διεθνή Διαφάνεια, μία οργάνωση που παρακολουθεί το λόμπινγκ στην Ε.Ε. Οι εταιρείες και οι σύμμαχοί τους ανακοίνωσαν εκατοντάδες συναντήσεις με αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. 

«Δεν έχουμε δει ποτέ τόσα χρήματα να ξοδεύονται άμεσα από εταιρείες», είπε η Μαργκαρίντα Σίλβα, ερευνήτρια του Corporate Europe Observatory, μίας οργάνωσης που παρακολουθεί το λόμπινγκ στις Βρυξέλλες. 

Παρότι οι δαπάνες είναι χαμηλότερες σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η αυξανόμενη επιρροή του κλάδου ανησυχεί τους αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι πιστεύουν ότι το Big Tech συνεισφέρει στην «Ουασινγκτον-οποίηση» των Βρυξελλών, δίνοντας στο χρήμα και στις διασυνδέσεις το πάνω χέρι, έναντι του δημόσιου συμφέροντος. «Αυτή είναι μία τάση που συνεχίζεται εδώ και χρόνια – μία ‘επαγγελματικοποίηση’ της βιομηχανίας του λόμπινγκ στις Βρυξέλλες», είπε ο Μαξ Μπανγκ, ερευνητής του LobbyControl, μίας οργάνωσης με έδρα τη Γερμανία που μελετά την επιρροή των επιχειρήσεων. 

Η Google, η Amazon, η Apple και η Facebook αρνήθηκαν να σχολιάσουν. Σε δημόσιες δηλώσεις τους, όλες έχουν εκδηλώσει μία επιθυμία να συνεργαστούν με Ευρωπαίους αξιωματούχους, ενώ εκφράζουν ανησυχίες ότι οι προτεινόμενοι νόμοι θα μπορούσαν να πλήξουν την καινοτομία και την οικονομία. 

Παρά το λόμπινγκ, Ευρωπαίοι ηγέτες όπως η Μαργκρέτε Βεστάγκερ, η οποία έχει την εποπτεία της ψηφιακής πολιτικής, έχουν χαρακτηρίσει τις εταιρείες σαν μια απειλή στη δημοκρατία και τον ανταγωνισμό και έχουν κάνει αρκετά βήματα για να τις ελέγξουν. Η Amazon, η Apple, η Google και η Facebook είτε βρίσκονται υπό έρευνα για την παραβίαση των όρων ανταγωνισμού ή έχουν ήδη δεχθεί πρόστιμα δισεκατομμυρίων δολαρίων. Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει νόμους στους οποίους αντιτάχθηκε ο κλάδος, στα θέματα της ιδιωτικότητας και του online copyright. 

Η Αλεξάντρα Γκις, Γερμανίδα μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που δουλεύει πάνω στα ψηφιακά ζητήματα, είπε ότι πολλοί αξιωματούχοι αντιμετωπίζουν τις εταιρείες με καχυποψία. Πριν οι κατ΄ ιδίαν συναντήσεις περιοριστούν εξαιτίας της πανδημίας, συχνά απέρριπτε προσκλήσεις από τους λομπίστες της τεχνολογίας για κοινωνικές εκδηλώσεις, είπε. 

«Δεν πιστεύω ότι θα έπρεπε να κάνουμε αυτές τις συζητήσεις πάνω από ένα πολύ ακριβό μπουκάλι Bordeaux», είπε η κα Γκις. 

Αλλά ο κλάδος δεν φαίνεται να αποθαρρύνεται, ούτε την ώρα που αντιμετωπίζει αυτή που πολλοί πιστεύουν ότι θα είναι  η πιο σκληρή του μάχη, μέχρι στιγμής. 

Οι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρόσφατα έθεσαν σε ισχύ ένα από τα πιο εκτεταμένα ρυθμιστικά πλαίσια του κόσμου για την τεχνολογία, στοχεύοντας στις λεγόμενες πλατφόρμες «gatekeepers», όπως η Amazon, η Apple, το Facebook και το Google, οι οποίες έχουν υπερβολικά μεγάλο ρόλο στην ψηφιακή οικονομία. 

Οι αυστηρότεροι όροι ανταγωνισμού θα μπορούσαν να αποτρέψουν τις εταιρείες από το να δίνουν στις δικές τους υπηρεσίες προνομιακή μεταχείριση έναντι των μικρότερων ανταγωνιστών και να περιορίσουν την ικανότητά τους να μπαίνουν σε νέες κατηγορίες προϊόντων. 

«Ο τεχνολογικός κλάδος έχει πολλά να χάσει με τη νέα νομοθεσία», είπε ο κ. Μπανγκ.  

Οι νόμοι δεν αναμένεται να εγκριθούν πριν από το 2022, δίνοντας στις επιχειρήσεις άπλετο χρόνο να επηρεάσουν τη συζήτηση. 

Τον Οκτώβριο, το European Center for International Political Economy δημοσίευσε μία μελέτη που έλεγε ότι το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο στην τεχνολογία θα κοστίσει στην ευρωπαϊκή οικονομία 2 εκατ. θέσεις εργασίας και 85 εκατ. ευρώ σε χαμένο ΑΕΠ. Το European Center for International Political Economy είναι μία από τις τουλάχιστον 36 εμπορικές οργανώσεις, τους συνδέσμους και τα think tanks που χρηματοδοτούνται από την Google, σύμφωνα με το Corporate Europe Observatory.

«Οι άνθρωποι πάντα θα επικαλούνται την πολιτική, ακαδημαϊκή και πνευματική ανεξαρτησία τους. Θα αρνούνται ότι επηρεάστηκαν», είπε η Μαριέτε Σάακε, πρώην μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. «Αλλά το ερώτημα που μετά προκύπτει είναι, γιατί ξοδεύουν τόσα πολλά χρήματα οι εταιρείες στις Βρυξέλλες;». 

© 2020 The New York Times

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News