BUSINESS & FINANCE

ΕΚΤ: Θα συνεχίσει να αγοράζει ελληνικά ομόλογα; Τι λένε οι αναλυτές

φωτ.: Reuters/Ralph Orlowski

«Είναι πολύ νωρίς για να το σκεφτούμε», ήταν η απάντηση της Κριστίν Λαγκάρντ σε ερώτηση σχετικά με την τύχη των ελληνικών ομολόγων μετά τη λήξη του έκτακτου προγράμματος αγοράς τίτλων για την πανδημία PEPP. Με δεδομένο ότι τα ελληνικά κρατικά ομόλογα παρέμεναν αποκλεισμένα από την ποσοτική χαλάρωση από το 2014 (όταν και ξεκίνησε να εφαρμόζεται στην Ευρωζώνη),  αφού οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεν της επιτρέπουν να αγοράζει ομόλογα με αξιολόγηση junk, η κατ΄ εξαίρεση συμμετοχή τους στο PEPP είχε εντυπωσιακή επίδραση στην αγορά, ρίχνοντας το κόστος δανεισμού της Ελλάδας όχι μόνο στα χαμηλότερα επίπεδα στην ιστορία της χώρας, αλλά κάτω και από αυτό που πληρώνει η οικονομική υπερδύναμη των ΗΠΑ για να δανειστεί.

Εν όψει της λήξης του προγράμματος PEPP τον Μάρτιο του 2022 (εκτός και εάν υπάρξει κάποια παράταση μερικών μηνών, η οποία δεν αποκλείεται), το ζήτημα της αντιμετώπισης των ελληνικών ομολόγων είναι ξεκάθαρα το πιο ακανθώδες από τα έτσι και αλλιώς σύνθετα προβλήματα που έχει να λύσει η Κριστίν Λαγκάρντ, καθώς προσπαθεί να προσαρμόσει τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ στα δεδομένα της μετα-πανδημικής εποχής. Ασφαλώς, η ΕΚΤ έχει δεσμευτεί να συνεχίσει να επανεπενδύει τα χρήματα από τα ομόλογα που λήγουν τουλάχιστον έως τα τέλη του 2023. Επομένως, η παρουσία της ΕΚΤ στην ελληνική αγορά ομολόγων θα είναι ορατή για πολλούς μήνες ακόμα.

Όμως, οι ειδικοί φοβούνται πως ακόμα και έτσι, η αύξηση του κόστους δανεισμού θα είναι υπολογίσιμη. «Η ΕΚΤ έχει στην κατοχή της πάνω από το ένα τρίτο των ελληνικών ομολόγων. Παρότι τα ομόλογα που λήγουν θα επανενεπενδύονται υπό το PEPP τουλάχιστον έως τα τέλη του 2023, η λήξη του PEPP πιθανότατα θα συνεισφέρει στην αύξηση του κόστους δανεισμού», σημειώνει η Althea Spinozzi, senior στρατηγική αναλύτρια ομολόγων της Saxo Bank.

«Δεν θεωρώ πιθανό να εγκαταλείψει την Ελλάδα η ΕΚΤ, όσο ακολουθούμε την ορθή οικονομική πολιτική» έχει δηλώσει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας.

Σύμφωνα με την Barclays, το εάν τα ελληνικά ομόλογα θα καταστούν επιλέξιμα για το παραδοσιακό πρόγραμμα αγοράς τίτλων (APP) μετά τη λήξη του PEPP, είναι μία από τις πιο αμφιλεγόμενες αποφάσεις που έχει να πάρει η ΕΚΤ.

Εάν τα ελληνικά ομόλογα βρεθούν εκτός των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ από το 2022, αυτό θα στρέψει όλα τα βλέμματα στους οίκους αξιολόγησης. Και όπως επισημαίνει η Barclays, αυτή τη φορά θα πρόκειται για ένα ζήτημα πολύ μεγαλύτερο από την Ελλάδα: Οι αγορές φοβούνται εδώ και μήνες ότι η Ιταλία θα βρεθεί στην κατηγορία junk.  «Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία αδικαιολόγητη σύσφιγξη των χρηματοδοτικών συνθηκών μέσω της διεύρυνσης των spreads μεταξύ του ευρωπαϊκού πυρήνα και της περιφέρειας», σημειώνουν οι αναλυτές της Barclays.

Τα δύο εμπόδια για την είσοδο στο APP

Σε έκθεσή τους που είχε δημοσιευτεί στα μέσα του Αυγούστου, οι αναλυτές της Barclays επεσήμαιναν ότι η ΕΚΤ θα μπορούσε να δώσει και νέο waiver στην Ελλάδα, ώστε τα ελληνικά ομόλογα να καταστούν επιλέξιμα για το APP, χωρίς να έχουν την αναγκαία αξιολόγηση  επενδυτικής κατηγορίας έστω από έναν οίκο. «Παρότι θεωρούμε ότι αυτό αποτελεί μία πιθανότητα, βλέπουμε αρκετούς λόγους γιατί η ΕΚΤ ίσως να αποφασίσει να μην δώσει ένα νέο waiver», σημειώνει η ανάλυση της Barclays.

Πρώτα από όλα, γιατί κάτι τέτοιο θα είναι προβληματικό από νομικής πλευράς, με δεδομένο ότι η απόφαση του Ευρωδικαστηρίου του 2018 συνέδεε τη νομιμότητα του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης με το κριτήριο της αξιολόγησης.

Δεύτερον, γιατί όταν η ΕΚΤ επέτρεψε τη συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο PEPP, το spread των ελληνικών 10ετών ομολόγων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών είχε εκτιναχθεί πάνω από τις 300 μονάδες βάσης. Επομένως, το ζήτημα της στήριξης των ελληνικών ομολόγων είχε τη μορφή του επείγοντος. Σήμερα, με τα spreads γύρω από τις 100 μονάδες βάσης, η ΕΚΤ δεν ανησυχεί και τόσο για την πιθανότητα ενός sell off στα ελληνικά ομόλογα, στην περίπτωση που βρεθούν εκτός του QE.  

Πότε θα βγει η Ελλάδα από το junk

Στην περίπτωση που η ΕΚΤ δεν δώσει και νέο waiver για το APP, τότε η μόνη λύση για την Ελλάδα είναι να αναβαθμιστεί στην επενδυτική κατηγορία τουλάχιστον από έναν οίκο αξιολόγησης, ώστε τα ομόλογά της να γίνουν και επισήμως επιλέξιμα στα προγράμματα της κεντρικής τράπεζας.

Αυτή τη στιγμή, η υψηλότερη αξιολόγηση της Ελλάδας είναι το ΒΒ (τόσο από την S&P όσο και από τη Fitch, με την S&P να δίνει, μάλιστα, και θετικές προοπτικές). Αυτό σημαίνει ότι η χώρα απέχει δύο βαθμίδες από την επενδυτική κατηγορία, με τη Barclays να τονίζει ότι η Αθήνα δεν προλαβαίνει να βγει από το junk έως τον Μάρτιο του 2022, που λήγει το PEPP.

Θα διακινδυνεύσει η ΕΚΤ να ρίξει την Ελλάδα στον «γκρεμό»;

Σύμφωνα με τους αναλυτές της Morgan Stanley, πάντως, ο κίνδυνος να πέσουν τα ελληνικά ομόλογα στον «γκρεμό» (πρόκειται για το  λεγόμενο «cliff effect») μετά τη λήξη του PEPP, θα αποδειχθεί αρκετός για να πείσει την ΕΚΤ να αναλάβει δράση.

Η ευελιξία την οποία παρέχει το PEPP και το waiver για τα ελληνικά ομόλογα θα επεκταθούν και στο APP, εκτιμά η Morgan Stanley, για αυτό και δεν περιμένει κάποια ουσιαστική διεύρυνση στα spreads της περιφέρειας.

H DBRS θα δώσει τη λύση;

Σύμφωνα με τον στρατηγικό αναλυτή ομολόγων της ING, Antoine Bouvet, τα νομικά κωλύματα για την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο APP, την ώρα που αυτά αξιολογούνται με junk, είναι πάρα πολλά.

Άρα, κατά την άποψή του, η ΕΚΤ θα πρέπει να στηρίξει την ελληνική αγορά μόνο μέσω της επανεπένδυσης των ομολόγων του PEPP που λήγουν, κάτι που σημαίνει ότι ένα τεράστιο μέρος των ελληνικών τίτλων που κυκλοφορούν στην αγορά θα παραμείνει στα χέρια της κεντρικής τράπεζας. «Υποψιάζομαι ότι η αγορά θα το αντέξει, η σύγκλιση με τα άλλα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα συνέβη πριν από το PEPP», τονίζει ο Bouvet.

Και προσθέτει ότι πιο μακροπρόθεσμα, ενδεχομένως τη «λύση» να δώσει ο οίκος DBRS, δίνοντας στην Ελλάδα την πρώτη της αξιολόγηση επενδυτικής κατηγορίας.

Σημειώνεται ότι η DBRS θα πραγματοποιήσει το επόμενο review της ελληνικής αξιολόγησης την επόμενη Παρασκευή, στις 17 Σεπτεμβρίου, όταν και αναμένεται να δώσει μία κατεύθυνση για το πού πηγαίνει το αξιόχρεο της χώρας.

Υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα από το PEPP, λέει η BofA

Θετική δηλώνει η Bank of America απέναντι στα ελληνικά ομόλογα, έπειτα από τις ανακοινώσεις της Κριστίν Λαγκάρντ για το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς τίτλων για την πανδημία, PEPP.

«Παραμένουμε θετικοί για τα ελληνικά ομόλογα, με βάση τις αποτιμήσεις τους έναντι  των υπόλοιπων τίτλων της περιφέρειας», σημειώνουν οι αναλυτές του αμερικανικού οίκου. Άλλωστε, όπως προβλέπουν, ακόμα και μία προσωρινή παύση στις αγορές ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ (δηλαδή από τη λήξη του PEPP και μέχρι να επιστρέψει η Ελλάδα στην επενδυτική κατηγορία, ώστε τα ομόλογά της να μπορέσουν να ενταχθούν στο παραδοσιακό πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης APP), δεν θα έχει δραματικές επιπτώσεις στην αγορά, με δεδομένο ότι υψηλό ποσοστό των τίτλων βρίσκεται ήδη στα χέρια της ΕΚΤ.

Ο πιο σημαντικός παράγοντας για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα είναι η επιλεξιμότητά τους ως εγγυήσεις για τις πράξεις χρηματοδότησης της ΕΚΤ, τονίζουν οι αναλυτές της BofA, προβλέποντας ότι η ΕΚΤ θα επεκτείνει αυτό το waiver.

«Επίσης, η αγορά φαίνεται να έχει καθησυχαστεί, καθώς η Λαγκάρντ δήλωσε στη συνέντευξη Τύπου ότι η κατάσταση στην Ελλάδα θα ληφθεί υπόψη και θα αντιμετωπιστεί», σημειώνει η Bank of America.

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News