BUSINESS & FINANCE

Π. Μυλωνάς: Η Εθνική δεν έχει ανάγκη αύξησης κεφαλαίου

Φωτ. Intime

Στην αναγκαιότητα πώλησης της Εθνικής Ασφαλιστικής στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Εθνική Τράπεζα έναντι της Ε.Ε. από την ανακεφαλαιοποίηση του 2013, επέμεινε ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας, Παύλος Μυλωνάς, μιλώντας στη γενική συνέλευση των μετόχων, που συγκλήθηκε εκτάκτως προκειμένου να εγκρίνει την πώληση του 90,01% της Εθνικής Ασφαλιστικής στο CVC Capital Partners.

Όπως είπε ο κ. Μυλωνάς «η μη συμμόρφωση του ομίλου με την υποχρέωση αποεπένδυσης από την Εθνική Ασφαλιστική, θα μπορούσε να οδηγήσει στην επιστροφή μέρους της κρατικής ενίσχυσης» που η τράπεζα έλαβε κατά την ανακεφαλαιοποίηση του 2013 και επιπλέον θα «περιόριζε την ελευθερία κινήσεων του ομίλου». «Είμαστε η μόνη τράπεζα που δεν έχει ολοκληρώσει τις δεσμεύσεις που απορρέουν από αυτό το πλαίσιο», υπογράμμισε ο CEO της Εθνικής, επισημαίνοντας ότι η τράπεζα εξάντλησε τα χρονικά περιθώρια για την πώληση της εταιρείας. 

Η πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής προσθέτει στον κεφαλαιακό δείκτη της τράπεζας 58 μονάδες βάσης και όπως διαβεβαίωσε τους μετόχους ο κ. Μυλωνάς, η τράπεζα δεν θα χρειαστεί να καταφύγει σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, καθώς διαθέτει υψηλό δείκτη άνω του 18%.

Ο κ. Μυλωνάς αναφέρθηκε στο χρονικό της πώλησης, που οδήγησε το CVC Capital Partners στην υποβολή βελτιωμένης προσφοράς για την εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής και διαβεβαίωσε ότι το CVC ως στρατηγικός επενδυτής στην Ελλάδα με συνολικές επενδύσεις άνω των 700 εκατ. ευρώ, στηρίζει και τις εταιρείες στις οποίες επενδύει. 

Η συμφωνία πώλησης της Εθνικής Ασφαλιστικής προβλέπει 15ετή συνεργασία για την πώληση ασφαλιστικών προϊόντων μέσω του τραπεζικού δικτύου και η αμοιβή της τράπεζας θα γίνεται στη βάση του τεχνικού αποτελέσματος που επιτυγχάνεται από τις πωλήσεις.

Υπενθυμίζεται ότι το τίμημα των 505 εκατ. ευρώ που αποτελεί την αποτίμηση του 100% της Εθνικής Ασφαλιστικής περιλαμβάνει:

1. Τίμημα αγοράς άνευ αιρέσεως, όπως ονομάζεται, ύψους 385 εκατ. ευρώ. Στα 385 εκατ. ευρώ περιλαμβάνεται ποσό 125 εκατ. ευρώ που θα καταβληθεί πέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Το μέρος αυτό του τιμήματος υπόκειται σε αναπροσαρμογές («Αναβαλλόμενο Τίμημα Αγοράς») που έχουν να κάνουν με το ύψος των Επιλέξιμων Ιδίων Κεφαλαίων και το Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας, ο οποίος κατά την ολοκλήρωση της Συναλλαγής δεν θα πρέπει να είναι χαμηλότερος από ό,τι έχει συμφωνηθεί με βάση τους στόχους, που αναφέρονται στο Επιχειρησιακό Σχέδιο της Εθνικής Ασφαλιστικής. 

2.  Τίμημα υπό αίρεση («earn-out») μέχρι του ποσού των 120 εκατ. ευρώ. Οι αιρέσεις έχουν να κάνουν με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων απόδοσης από την πώληση τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων από την τράπεζα από το 2022 έως το 2026. Από τα 120 εκατ. ευρώ, τα τελευταία 30 εκατ. ευρώ, δεν θα καταβληθούν σε περίπτωση που το CVC δεν επιτύχει την απόδοση που στοχεύει από την επένδυσή του. 

Χωρίς τον συνυπολογισμό του αναβαλλόμενου τιμήματος και του τιμήματος υπό αίρεση, το έσοδο που θα εισπράξει άμεσα η Εθνική Τράπεζα διαμορφώνεται στα 234 εκατ. ευρώ.

Στην περίπτωση που το CVC αποεπενδύσει πρόωρα, όσον αφορά το τίμημα υπό αίρεση, θα γίνει αναλογική καταβολή του ποσού που θα έχει προκύψει μέχρι την ημερομηνία αποεπένδυσης και το τυχόν υπόλοιπο που θα προκύψει μετά την αποεπένδυση μπορεί να είναι πληρωτέο στο πλαίσιο της σύμβασης τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων είτε από την Εθνική Ασφαλιστική προς την τράπεζα με τη μορφή επιπρόσθετων έκτακτων προμηθειών είτε από την τράπεζα προς την Εθνική Ασφαλιστική. Όσον αφορά το αναβαλλόμενο τίμημα αγοράς, είτε το CVC θα καταβάλλει το αντίστοιχο ποσό αμέσως μετά την έξοδό του είτε θα χορηγήσει στην τράπεζα εγγύηση, που θα εγγυάται την καταβολή του αντίστοιχου ποσού πέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής. 

Η Σύμβαση Αγοραπωλησίας Μετοχών περιλαμβάνει επίσης συγκεκριμένες εγγυοδοτικές δηλώσεις, καθώς και αποζημιώσεις. Μία από αυτές τις αποζημιώσεις αφορά ορισμένα μακροπρόθεσμα ασφαλιστήρια συμβόλαια υγείας, για τα οποία υπάρχει περιορισμένη ή καμιά δυνατότητα αύξησης των ασφαλίστρων. Πρόκειται για το «παλαιό» χαρτοφυλάκιο υγείας, για το οποίο η ΕΤΕ δεσμεύεται να αποζημιώσει το CVC για τυχόν επιδείνωση των αποθεματικών, ήτοι για Ευθύνες Βέλτιστης Εκτίμησης από το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο. 

Επιπλέον, προβλέπονται, ένας μηχανισμός κατανομής κινδύνου σύμφωνα με τον οποίο ο αγοραστής συμμετέχει στον ανωτέρω κίνδυνο με ποσοστό 22,5%, καθώς και προσαρμογές σε περίπτωση αποκλινουσών αυξήσεων νοσηλίων.

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News