BUSINESS & FINANCE

Εθνική Ασφαλιστική: Οι δεσμεύσεις της Εθνικής Τράπεζας έναντι του CVC

Φωτ. Intime

Σειρά δεσμεύσεων αναλαμβάνει η Εθνική Τράπεζα έναντι του CVC Capital Partners στο πλαίσιο της συμφωνίας πώλησης του 90,01% της Εθνικής Ασφαλιστικής. Μεταξύ αυτών η έκδοση ομολογιακού δανείου ύψους 120 εκατ. ευρώ από την πλευρά της Εθνικής Ασφαλιστικής, το οποίο θα αγοράσει η Τράπεζα και το οποίο θα διευρύνει περαιτέρω την κεφαλαιακή βάση της Εταιρείας. 

Η έκδοση ομολόγου μειωμένης εξασφάλισης θα ενισχύσει τα κεφάλαια της Εθνικής Ασφαλιστικής, τα οποία σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Φερεγγυότητας της Εταιρείας που δημοσιεύθηκε χθες ανέρχονται στα 654,5 εκατ. ευρώ έναντι κεφαλαιακής απαίτησης 380 εκατ. ευρώ με τη χρήση μεταβατικών μέτρων και στα 500,2 εκατ. ευρώ χωρίς τη χρήση μεταβατικών μέτρων. Η χρήση μεταβατικών μέτρων σημαίνει ότι η Εταιρεία προεξοφλεί τις ασφαλιστικές της υποχρεώσεις με ευνοϊκή καμπύλη επιτοκίων και σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Φερεγγυότητας του 2020, διαμορφώνουν το δείκτη κεφαλαιακής απαίτησης στο 172%, ενώ χωρίς τη χρήση μεταβατικών μέτρων ο δείκτης φερεγγυότητας ανέρχεται στο 132%. 

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της συμφωνίας με βάση το Σχέδιο Σύμβασης που καλείται να εγκρίνει η Γενική Συνέλευση της Εθνικής τράπεζας που έχει συγκληθεί εκτάκτως για τις 21 Απριλίου, το τίμημα των 505 εκατ. ευρώ που αποτελεί την αποτίμηση του 100% της Εθνικής Ασφαλιστικής περιλαμβάνει 

1. Τίμημα αγοράς άνευ αιρέσεως, όπως ονομάζεται, ύψους 385 εκατ. ευρώ. Στα 385 εκατ. ευρώ περιλαμβάνεται ποσό 125 εκατ. ευρώ που θα καταβληθεί πέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Το μέρος αυτό του τιμήματος υπόκειται σε αναπροσαρμογές («Αναβαλλόμενο Τίμημα Αγοράς»)που έχουν να κάνουν με το ύψος των Επιλέξιμων Ιδίων Κεφαλαίων και το Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας, ο οποίος κατά την ολοκλήρωση της Συναλλαγής δεν θα πρέπει να είναι χαμηλότερος από ό,τι έχει συμφωνηθεί με βάση τους στόχους, που αναφέρονται στο Επιχειρησιακό Σχέδιο της Εθνικής Ασφαλιστικής. 

2.  Τίμημα υπό αίρεση (“earn-out”) μέχρι του ποσού των 120 εκατ. ευρώ. Οι αιρέσεις έχουν να κάνουν με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων απόδοσης από την πώληση τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων από τη Τράπεζα από το 2022 έως το 2026. Από τα 120 εκατ. ευρώ, τα τελευταία 30 εκατ. ευρώ, δεν θα καταβληθούν σε περίπτωση που το CVC δεν επιτύχει την απόδοση που στοχεύει από την επένδυσή του. Να σημειωθεί ότι η συμφωνία με το CVC συνοδεύεται με 15ετή σύμβαση για τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων της Εθνικής Ασφαλιστικής από την Τράπεζα σε αποκλειστική βάση. Οι προμήθειες, που θα εισπράττει η Τράπεζα για την πώληση των προϊόντων της Εθνικής Ασφαλιστικής, θα βασίζονται στα τεχνικά κέρδη των ασφαλιστικών προϊόντων που θα πωλούνται, και όχι στο ύψος των ασφαλίστρων.

Στην περίπτωση που το CVC αποεπενδύσει πρόωρα, όσον αφορά το Τίμημα Υπό Αίρεση, θα γίνει αναλογική καταβολή του ποσού που θα έχει προκύψει μέχρι την ημερομηνία αποεπένδυσης και το τυχόν υπόλοιπο που θα προκύψει μετά την αποεπένδυση μπορεί να είναι πληρωτέο στο πλαίσιο της Σύμβασης Τραπεζοασφαλιστικών Προϊόντων είτε από την Εθνική Ασφαλιστική προς την Τράπεζα με τη μορφή επιπρόσθετων έκτακτων προμηθειών είτε από την Τράπεζα προς την Εθνική Ασφαλιστική. Όσον αφορά το Αναβαλλόμενο Τίμημα Αγοράς, είτε το CVC θα καταβάλλει το αντίστοιχο ποσό αμέσως μετά την έξοδό του είτε θα χορηγήσει στην Τράπεζα εγγύηση, που θα εγγυάται την καταβολή του αντίστοιχου ποσού πέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωση της Συναλλαγής. 

Στους όρους της σύμβασης προβλέπεται επίσης η αποζημίωση του CVC για τα μακροπρόθεσμα ασφαλιστήρια συμβόλαια υγείας, για τα οποία υπάρχει περιορισμένη ή καμιά δυνατότητα αύξησης των ασφαλίστρων («Παλαιό Χαρτοφυλάκιο Υγείας»). Στις δεσμεύσεις που αναλαμβάνει η Τράπεζα είναι να αποζημιώσει το CVC για επιδείνωση των αποθεματικών, ήτοι για ευθύνες βέλτιστης εκτίμησης από το παλαιό χαρτοφυλάκιο υγείας. Το ανώτατο όριο της αποζημίωσης για το παλαιό χαρτοφυλάκιο υγείας καλύπτει διάρκεια από 5 έως 10 χρόνια από την ολοκλήρωση της Συναλλαγής, και ποσοτικά σε ορισμένες ταμειακές ροές προερχόμενες από το παλαιό χαρτοφυλάκιο υγείας. Επιπλέον, προβλέπονται, ένας μηχανισμός κατανομής κινδύνου σύμφωνα με τον οποίο ο Αγοραστής συμμετέχει στον ανωτέρω κίνδυνο με ποσοστό 22,5%, καθώς και προσαρμογές σε περίπτωση αποκλινουσών αυξήσεων νοσηλίων.

Money Review