BUSINESS & FINANCE

Εθνική Ασφαλιστική: Το τίμημα, η ζημιά και η εξήγηση

Φωτ. Intime

Απομείωση της αξίας της Εθνικής Ασφαλιστικής ύψους 360 εκατ. ευρώ περίπου περιέλαβε στα αποτελέσματα του 2020 η Εθνική Τράπεζα από την πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής στο CVC Capital Partners. Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία που δημοσίευσε ο όμιλος της ΕΤΕ ανακοινώνοντας παράλληλα και την ολοκλήρωση της συμφωνίας μεταβίβασης του 90,01% της μεγαλύτερης θυγατρικής που ο όμιλος ενοποιούσε στον ισολογισμό του.

Η πρόσθετη απομείωση αθροίζεται σε αυτή των 490 εκατ. ευρώ που η Εθνική Τράπεζα είχε πάρει στα αποτελέσματα του 2019, ανεβάζοντας το συνολικό κόστος που υποχρεώθηκε να πάρει η τράπεζα μειώνοντας αντίστοιχα τα κέρδη των δύο περιόδων, πάνω από τα 850 εκατ. ευρώ.

Η μεταβίβαση που αποτελούσε υποχρέωση της Τράπεζας στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει έναντι της DG Comp μετά την ανακεφαλαιοποίηση του 2015, έκλεισε για την ΕΤΕ μια χρόνια εκκρεμότητα, η παράταση της οποίας θα μπορούσε σύμφωνα με πηγές της Τράπεζας, «να οδηγήσει στην επιστροφή της κρατικής ενίσχυσης που δόθηκε το 2015».

Το ονομαστικό τίμημα για το 100% της Εθνικής Ασφαλιστικής αντιστοιχεί σε 505 εκατ. ευρώ. Μέρος του τιμήματος σύμφωνα με ανακοίνωση της ΕΤΕ συνδέεται με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων πώλησης τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων κατά την προσεχή πενταετία, δηλαδή έως και το 2026. Έτσι η παρούσα αξία του τιμήματος είναι δύσκολο να υπολογιστεί, αλλά σε κάθε περίπτωση υπολείπεται αυτής με βάση την οποία η Τράπεζα είχε εκτιμήσει την Εθνική Ασφαλιστική στα βιβλία της. Με βάση υπολογισμούς εκτιμάται κοντά στα 340 εκατ. ευρώ και αντιστοιχεί σε 6 φορές τα αποτελέσματα του 2020, το ύψος των οποίων ανήλθε στα 64 εκατ. ευρώ έναντι 57 εκατ. ευρώ το 2019.

Η αποτίμηση

Να σημειωθεί ότι ένα μήνα πριν η AXA Ασφαλιστική μεταβιβάστηκε από το γαλλικό όμιλο στην ιταλική Generali έναντι τιμήματος 165 εκατ. ευρώ, τίμημα που αντιστοιχεί σε πολλαπλάσιο 12.2 επί των εσόδων του έτους 2019. Ο τζίρος της ΑΧΑ Ασφαλιστικής για το 2019 ανήλθε στα 167 εκατ. ευρώ και τα καθαρά κέρδη της εταιρείας διαμορφώθηκαν στα 13,5 εκατ. ευρώ.

Πηγές της Εθνικής τράπεζας εξηγούν ότι η βάση για την αποτίμηση της Εθνικής Ασφαλιστικής δεν αποτέλεσαν τα λογιστικά κεφάλαια αλλά τα εποπτικά κεφάλαια, το ύψος των οποίων, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας είναι περίπου 500 εκατ. ευρώ και είναι και αυτά με βάση τα οποία θα πρέπει κάποιος να συγκρίνει το όποιο τίμημα. Σημειώνεται ότι στο τέλος του 2020 τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας παρουσίασαν άνοδο κατά 158 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2019 και ξεπέρασαν το 1,2 δισ. ευρώ, καλύπτοντας κατά 131% – 171% τον αναγκαίο δείκτη φερεγγυότητας, χωρίς ή με τη χρήση μεταβατικών μέτρων.  Η ενίσχυση των κεφαλαίων ήταν αποτέλεσμα της κερδοφορίας, αλλά και των αποτιμητικών κερδών ύψους 125 εκατ. ευρώ από επενδυτικές τοποθετήσεις σε ελληνικά και ξένα κρατικά ομόλογα των διαθεσίμων προς πώληση τίτλων.

Τα κέρδη – τα οποία σε επαναλαμβανόμενη βάση κυμαίνονται μεταξύ 40 – 50 εκατ. ευρώ τα τελευταία χρόνια – όπως σημειώνεται από την πλευρά της Τράπεζας συνιστούν ένα δεύτερο κριτήριο αποτίμησης.  Οι διακυμάνσεις στα κέρδη της είναι και απόρροια της εξάρτησης που έχουν τα αποτελέσματα της εταιρίας στο ύψος των επιτοκίων που, με τη σειρά του, είναι άμεσο αποτέλεσμα του business mix της εταιρείας.

Συγκεκριμένα, το μερίδιο αγοράς της Εθνικής Ασφαλιστικής στα προϊόντα ζωής και υγείας φτάνει το 26%, σε αντίθεση με 8% στον κλάδο ζημιών, και αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής παραγωγής ασφαλίστρων της εταιρείας. Αυτά τα προϊόντα που είναι μεγάλης διάρκειας και αποτιμώνται κάθε χρόνο στα αποτελέσματα λαμβάνοντας υπόψη το ύψος των επιτοκίων.  Άρα η εταιρία, όπως και όλες οι ασφαλιστικές με μεγάλο χαρτοφυλάκιο στα προϊόντα ζωής, επηρεάζεται αρνητικά σε παρατεταμένο καθεστώς χαμηλών επιτοκίων – πολλώ δε μάλλον σε περιβάλλον αρνητικών επιτοκίων –  όταν μάλιστα δεν προβλέπεται να ανέβουν στο μεσοπρόθεσμο μέλλον.

Να σημειωθεί ότι στην πίεση αυτή αποδίδεται άλλωστε και η απόφαση του γαλλικού ομίλου της AXA να επικεντρώσει  τη δραστηριότητά του σε επιλεγμένα τμήματα της αγοράς, περιορίζοντας την παρουσία του στον κλάδο ζωής μετά και τις υψηλές αποζημιώσεις που κατέβαλε λόγω covid. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής αποχώρησε τον περασμένο Οκτώβριο από αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, πουλώντας τις δραστηριότητες σε Πολωνία, Τσεχία και Σλοβακία και τέλος στην Ελλάδα, στην οποία είχε εισέλθει το 2007.

Η αγορά

Η ολοκλήρωση της συναλλαγής τελεί υπό την έγκριση των εποπτικών αρχών και της Επιτροπής Ανταγωνισμού και εκτός από το ότι, κλείνει μια χρόνια εκκρεμότητα της ΕΤΕ, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την αφύπνιση του «κοιμώμενου γίγαντα» της ασφαλιστικής αγοράς, που τα τελευταία χρόνια λόγω της εκκρεμότητας σε σχέση με το ιδιοκτησιακό του καθεστώς, ταλανίζονταν σε θέματα στρατηγικής,

Η ένταξη της Εθνικής Ασφαλιστικής στον όμιλο του CVC, ο οποίος έχει την πρωτοκαθεδρία στο χώρο των νοσηλευτηρίων με τα νοσοκομεία Υγεία, πρώην ΙΑΣΩ General και Metropolitan, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη μεγέθυνση του κλάδου υγείας στη χώρα μας, ο οποίος αποτελεί και την αιχμή των ασφαλιστικών πωλήσεων τα τελευταία χρόνια.

Η επίπτωση που θα έχει η «συμμαχία» στα ασφάλιστρα για το μέσο νοικοκυριό και στη διείσδυση του κλάδου υγείας αποτελεί επίσης μεγάλο ζητούμενο, στο βαθμό που η υγεία είναι κλάδος εντάσεως κεφαλαίου και απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε τεχνολογία. Σε κάθε περίπτωση η πώληση της μεγαλύτερης ασφαλιστικής εταιρείας στη χώρα θα κινητοποιήσει τις δυνάμεις και στην υπόλοιπη ασφαλιστική αγορά και σύμφωνα με εκτιμήσεις είναι πολύ πιθανό να οδηγηθούμε σε νέες ανακατατάξεις, αποχωρήσεις και συγχωνεύσεις.

Εξίσου σημαντικό στοίχημα για τον κλάδο αποτελεί η ενίσχυση του τρίτου πυλώνα ασφάλισης, δηλαδή η ενίσχυση της αποταμίευσης μέσω ασφαλιστικών προγραμμάτων κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα. Οι φοροαπαλλαγές για τη συγκεκριμένη κατηγορία καλύψεων, μέσω έκπτωσης από το φορολογητέο εισόδημα αποτελεί μια δοκιμασμένη πολιτική στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Με τον τρόπο αυτό επιμερίζεται το βάρος για τις συντάξεις των επόμενων γενεών μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και ενισχύεται η αποταμίευση σε μια περίοδο που τα αρνητικά επιτόκια δεν επηρεάζουν μόνο την επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά εξανεμίζουν και τις αποδόσεις παραδοσιακών μορφών τοποθετήσεων, όπως οι καταθέσεις.

Οι τράπεζες αναμένεται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο ως κανάλι διανομής και αξιόπιστου παρόχου τέτοιων προϊόντων. Αυτός είναι και ο λόγος που οι συμφωνίες bancassurance αποτελούν αναπόσπαστο πλέον τμήμα των επιχειρηματικών κινήσεων που συζητούνται μεταξύ του ασφαλιστικού και τραπεζικού κλάδου, ξεδιπλώνοντας υπεραξίες και οφέλη και για τις δύο πλευρές.

Money Review