ΑΠΟΨΕΙΣ

H ουτοπία του 35ωρου

Η ανεργία, που ηταν ήδη ιδιαίτερα υψηλή, εχει αυξηθεί σημαντικά λόγω της κρίσης της πανδημιας. Η αξιωματική αντιπολίτευση έθεσε στο τραπέζι την πρόταση για μείωση του χρόνου εργασίας απο 40 σε 35 ώρες για την αυξηση της απασχόλησης και την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. 

Η εφαρμογή του μέτρου προτείνεται αρχικά πιλοτική, σε επιλεγμένους κλάδους, με διατήρηση αμετάβλητου επιπέδου αμοιβών. Το επιπλέον μισθολογικό κόστος και ασφαλιστικές εισφορές, σε σχεση με το 35ωρο, προτείνεται να καλυφθεί απο το κράτος, με χρηματοδότηση προφανώς απο τους πόρους του ευρωπαϊκου ταμείου ανάκαμψης. 

Βέβαια ο κρατικός προϋπολογισμός δεν θα μπορούσε να αντέξει αυτο το βάρος στο διηνεκές χωρίς επιχορηγήσεις απο την ΕΕ. Το κόστος της μείωσης του εργάσιμου χρόνου με αμετάβλητες αμοιβές θα επιβαρύνει ετσι αναγκαστικά τις επιχειρήσεις που θα εχουν την υποχρέωση διατήρησης του νεου ωραρίου στο μελλον.

Η μείωση του χρόνου εργασίας είναι ασφαλώς επιθυμητή για τη βελτίωση της γενικότερης ευημερίας των εργαζομένων. Έχει πραγματοποιηθεί μακροχρόνια και στην Ελλάδα και διεθνώς, παράλληλα με τη βελτιωση της παραγωγικότητας. Παρα την τάση μείωσης, ο μέσος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας στην Ελλάδα παραμένει ανώτερος απο τον μέσο όρο της ΕΕ και των χωρών του ΟΟΣΑ, αλλα συγκρίσιμος με αυτον στις ΗΠΑ. 

Η μείωση του χρόνου εργασίας για την δημιουργία απασχόλησης εχει απήχηση κυρίως στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αριστερά. Η άποψη αυτή θεωρεί οτι με δεδομένη την παραγωγή, η απασχόληση μπορει να αυξηθεί με ανακατανομή της αναγκαίας ποσότητας εργασίας, που σημαίνει μειωση του ωραρίου για κάθε εργαζόμενο. Πρόκειται για μια στατική θεώρηση που εστιάζεται στην κατανομή δεδομένης ποσότητας εργασίας, αντί για την αυξηση της παραγωγής σαν απαραίτητη προϋπόθεση της αύξησης της απασχόλησης.  

Η θεώρηση αυτή εχει αποδειχθεί ουτοπική. Το σαφέστερο παράδειγμα προσφέρει η Γαλλία που το 1998 μείωσε νομοθετικά την διάρκεια της εργάσιμης εβδομαδας απο 39 σε 35 ώρες. Η σχετική νομοθεσία εισήχθη απο την σοσιαλιστική κυβερνηση του Lionel Jospin και φέρει το όνομα της τότε υπουργού εργασίας Martine Aubry. Το μέτρο προέβλεπε εφαρμογή του 35ωρου αρχικά, το 2000, απο τις επιχειρησεις με περισσότερους απο 20 εργαζόμενους, και μετά διετία και απο τις μικρότερες επιχειρήσεις. Κρατικές επιδοτήσεις, ειδικά των ασφαλιστικών εισφορών, συνόδευαν την εφαρμογή του μετρου. 

Μετά απο 22 χρόνια η επικρατουσα άποψη στη Γαλλία είναι οτι η μείωση του χρόνου εργασίας είχε ελάχιστη επίδραση στην απασχόληση. Ορισμένες αξιολογήσεις είναι πιο θετικές, εκτιμώντας οτι η μειωση του ωραρίου δημιούργησε μέχρι και 350000 θέσεις εργασίας, αυξάνοντας την έμμισθη απασχόληση κατα 1,5%. Η μεθοδολογία ομως των εκτιμήσεων αυτών ειναι αμφιλεγόμενη καθως δεν διαφοροποιεί την επίπτωση του μειωμένου ωραρίου απο αυτή των κινήτρων για την εφαρμογή του. 

Μελέτες πιστοποιημένων ερευνητικών προδιαγραφών έφθασαν σε αντίθετα συμπεράσματα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις που εφάρμοσαν το 35ωρο απο το 2000 χρησιμοποιήθηκαν σαν «πειραματική ομάδα», ενώ οι μικρές επιχειρήσεις που το εφάρμοσαν δυο χρόνια αργότερα έπαιξαν ρόλο «ομάδας ελέγχου» (κάτι αντίστοιχο, για παράδειγμα, με τις πολυσυζητημένες μελέτες των δοκιμαστικών εμβολίων). Αποδείχθηκε οτι κατα τη διετία που εφαρμόστηκε το 35ωρο μονο στις μεγάλες επιχειρησεις η πιθανότητα απασχόλησης σε αυτές δεν αυξήθηκε σε σχεση με τις μικρές επιχειρησεις που δεν υπόκειντο στο μειωμένο ωράριο. 

Άλλες συνέπειες του 35ωρου στη Γαλλία ηταν ο υπερδιπλασιασμός, απο το 2004 ως το 2014, των υπερωριών ανα εργαζόμενο. Αυτο σημαίνει αυξηση των αποδοχών, καθως οι υπερωρίες πληρώνονται επιπλεον, αλλα ταυτόχρονα αυξηση του κόστους των μικρών επιχειρήσεων που στη Γαλλία χρησιμοποιούν 6 φορές παραπάνω υπερωριακή εργασία απο τις μεγάλες επιχειρησεις. Πέραν των μικρών επιχειρήσεων, ο τομέας της νοσοκομειακής περίθαλψης συμπιέστηκε δραματικα. Η αναγκαστική αυξηση των υπερωριών δημιούργησε πρόσθετο κοστος στα νοσοκομεία για το οποίο ο προϋπολογισμός δεν διέθεσε τα απαραίτητα κονδύλια. 

Πολλοί εξάλλου θεωρούν οτι το 35ωρο συνεισέφερε στην απώλεια ανταγωνιστικότητας της γαλλικής οικονομίας. Ο λόγος είναι οτι η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από το κόστος εργασίας ανα μονάδα προϊόντος που αυξάνεται μηχανικά αν μειωθεί το ωράριο με αμετάβλητες αμοιβές. Η αυξηση της παραγωγικότητας μπορει όμως να αντισταθμίσει αυτή την επίδραση. 

Στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας η καθιέρωση του 35ωρου είναι όχι μονο πιθανό να αποδειχθεί ουτοπική για τη δημιουργία απασχόλησης, όπως στη Γαλλία, αλλα ενδέχεται να μειώσει την ανταγωνιστικότητα σε μια περίοδο κρίσιμη για την ανάκαμψη. Ο λόγος είναι οτι η παραγωγικότητα στην Ελλάδα (ΑΕΠ ανα ώρα εργασίας) παρέμεινε πρακτικά στάσιμη απο το 2013 και μετά, ενω στην ΕΕ αυξήθηκε κατα 5,5%. Για να μην επιβαρυνθεί η ανταγωνιστικότητα θα πρέπει η παραγωγικότητα να αυξηθεί δραστικά. Είναι όμως πιθανό να συμβεί το αντίθετο, καθώς η μείωση του ωραρίου ενδεχομένως να επιδράσει αρχικά αρνητικά στην οργάνωση της παραγωγής και άρα στην παραγωγικότητα των επιχειρήσεων.  

 

* Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι οικονομολόγος, πρώην καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβουργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α

Money Review