ΑΠΟΨΕΙΣ

Παγκόσμιος εταιρικός φόρος και ανάπτυξη

φωτ.: AP

Η μετά πανδημία εποχή δρομολόγησε μια από τις σημαντικότερες φορολογικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων δεκαετιών. Πρόκειται για την θεσμοθέτηση ενός ελάχιστου διεθνούς εταιρικού φόρου 15%. Θα ισχύει στα κέρδη των πολυεθνικών που καταγράφονται σε χώρες με εταιρική φορολογία κάτω από τον ελάχιστο αυτό όριο. Ο στόχος είναι να μπεί φρένο στον φορολογικό ανταγωνισμό μέσω του οποίου αρκετές χώρες επιδιώκουν να προσελκύσουν επενδύσεις μειώνοντας την εταιρική φορολογία ή προσφέροντας διάφορες φοροαπαλαγές.

Μια αρχική συμφωνία επιτεύχθηκε στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ τον Ιούλιο, που δεν προσυπέγραψαν όμως τρείς χώρες της ΕΕ (Ιρλανδία, Ουγγαρία, Εσθονία) και ένας μικρός αριθμός αναπτυσσόμενων χωρών. Οι αντιρρήσεις της Ιρλανδίας (όπου οι αμερικανικές πολυεθνικές μετακινούν σημαντικά κέρδη για φορολογικούς λόγους) και της Εσθονίας κάμφθηκαν τελικά, έτσι ώστε η συμφωνία να γίνει ευρύτερα αποδεκτή στην επικείμενη σύνοδο του ΟΟΣΑ. Η Ιρλανδία απέσπασε την δέσμευση οτι ο ελάχιστος διεθνής φορολογικός συντελεστής δεν θα αυξηθεί πάνω απο 15% και θα ισχύει μόνο για πολυεθνικές με εισόδημα άνω των 750 εκατ €. Οι υπόλοιπες εταιρείες που εδρεύουν στην Ιρλανδία θα συνεχίσουν να φορολογούνται με τον χαμηλό συντελεστή 12,5% της χώρας.

Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, το 59% της κοινής γνώμης στην Ιρλανδία, σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες χώρες της ΕΕ, είναι υπέρ της διατήρησης της χαμηλής εταιρικής φορολογίας. Ο λόγος είναι οτι ο χαμηλός εταιρικός φορολογικός συντελεστής αποδείχθηκε αποτελεσματικό εργαλείο για τις επενδύσεις και την ανάπτυξη από το 2003 που πρωτοεφαρμόστηκε. Η Ιρλανδία θεωρεί οτι αποσόβησε τον κίνδυνο μελλοντικών αυξήσεων του ελάχιστου παγκόσμιου εταιρικού φόρου του οποίου η θέσπιση προωθήθηκε από την κυβέρνηση Μπάιντεν σαν αντιστάθμισμα της αύξησης της εταιρικής φορολογίας των ΗΠΑ στο 28%. Υπάρχει όντως ο κίνδυνος να φρενάρει η ανάπτυξη λόγω της αύξησης της εταιρικής φορολογίας;

Το καλό σενάριο είναι αυτό που προβάλλεται απο τους θιασώτες της μεταρρύθμισης: Η συνεργασία μεταξύ των χωρών για τον καθορισμό του ελάχιστου εταιρικού φόρου θα θέσει τέρμα στην τάση μείωσης των εταιρικών φορολογικών συντελεστών. Θα αυξήσει συνεπώς τα φορολογικά έσοδα, δημιουργώντας πόρους για την χρηματοδότηση επενδύσεων στις υποδομές που θα ενισχύσουν την ανάπτυξη. Θα επιτρέψει επίσης την χρηματοδότηση περισσότερων κοινωνικών δαπανών, συμπεριλαμβανομένου του τομέα της υγείας που δοκιμάζεται απο την πανδημία, αμβλύνοντας ετσι τις ανισότητες. Ο ΟΟΣΑ υπολογίζει τα συμπληρωματικά έσοδα του ελάχιστου εταιρικού φόρου 15% σε 150 δις $ ετησίως, δηλαδή σε περίπου 0,2% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Το κακό σενάριο είναι οτι η αύξηση του εταιρικού φόρου θα μειώσει την απόδοση του κεφαλαίου, με κίνδυνο να αποθαρρύνει τις επενδύσεις και να επιβραδύνει την ανάπτυξη σε μία περίοδο που η παγκόσμια οικονομία εξέρχεται από την βαθύτερη μεταπολεμική κρίση. Οπως εχουν εξάλλου επιβεβαιώσει μελέτες του ΟΟΣΑ, η εταιρική φορολογία είναι η περισσότερο επιζήμια για τις επενδύσεις και την ανάπτυξη. Το ζήτημα της τελικής μετακύλισης του φόρου, που έχουμε ήδη αναλύσει, είναι επίσης σημαντικό για να εκτιμηθεί η επίπτωση στις ανισότητες και την ανάπτυξη. Στην Γερμανία υπολογίστηκε οτι περίπου το μισό του εταιρικού φόρου επιβαρύνει τους εργαζόμενους και ειδικότερα τους ανειδίκευτους, τους νέους και τη γυναικεία εργασία.

Έχουν διατυπωθεί στο παρελθόν προτάσεις για μια ευρύτερη μεταρρύθμιση του εταιρικού φόρου ετσι ώστε να λειτουργεί ουδέτερα ως προς τις επενδύσεις και την ανάπτυξη. Πρόκειται για την αντικατάσταση του φόρου επί των εταιρικών κερδών απο ένα φόρο επί των ταμειακών ροών των επιχειρήσεων (cash flow tax). Το φορολογητέο εισόδημα θα υπολογίζεται εκπίπτωντας απο τα έσοδα τις συνολικές δαπάνες επενδύσεων, αντί της σταδιακής απόσβεσης του κεφαλαίου. Ο εταιρικός φόρος—και ο ελάχιστος διεθνής φόρος ειδικότερα—δεν θα επηρέαζε συνεπώς τις επενδύσεις. Η μεταρρύθμιση αυτή θα μπορούσε να εχει αποτελέσει μια εναλλακτική επιλογή.

Το 2016 είχε προταθεί από την ρεπουμπλικανική πτέρυγα του αμερικανικού κονγκρέσου ένα ανάλογο σχέδιο εταιρικής φορολογίας (Destination-Based Cash Flow Tax—DBCFT ή «σχέδιο Πολ Ράϊαν»). Η πρόταση όμως δεν τελεσφόρησε και βέβαια δεν θα μπορούσε να την προσυπογράψει η κυβέρνηση Μπάιντεν. Ο εταιρικός DBCFT θα παρέκαμπτε το ακανθώδες ζήτημα του προσδιορισμού της πηγής των εταιρικών κερδών (και άρα του προσδιορισμού της χώρας φορολογίας τους) καθώς προέβλεπε φορολογία στην χώρα προορισμού των πωλούμενων αγαθών ή υπηρεσιών και όχι στην χώρα προέλευσης. Το σύστημα θα λειτουργούσε στην πράξη φορολογώντας τις εισαγωγές αλλά εξαιρώντας τις εξαγωγές, σαν ενα είδος ΦΠΑ που εκπίπτει και τις δαπάνες μισθοδοσίας. Ο DBCFT θα αντιμετώπιζε με τον τρόπο αυτό πιο ριζικά την πρόκληση του φορολογικού ανταγωνισμού.

Το ΔΝΤ υπολόγισε οτι αν μία μεγάλη χώρα, όπως οι ΗΠΑ, αντικαθιστούσε τον υπάρχοντα εταιρικό φόρο με τον DBCFT θα είχε όφελος 4% του ΑΕΠ σε βάθος δεκαετίας. Οι υπόλοιπες χώρες θα υφίσταντο όμως οριακή μείωση του ΑΕΠ κατά 0,2% λόγω της φορολογίας των εισαγωγών απο την μεγάλη χώρα. Αν όμως η εφαρμογή του DBCFT είναι πολυμερής τα οφέλη γίνονται αμοιβαία, με αύξησητου ΑΕΠ κατα περίπου 2,5% σε όλες τις χώρες εφαρμογής. Η αύξηση του ΑΕΠ θα επέφερε επιπλέον φορολογικά έσοδα. Αντίθετα ο σχεδιαζόμενος ελάχιστος εταιρικός φόρος θα αποφέρει φορολογικά έσοδα, με κίνδυνο ωστόσο να επιβραδύνει την ανάπτυξη μακροχρόνια.

* O Αριστομένης Βαρουδάκης είναι οικονομολόγος, πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α. 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News