ΑΠΟΨΕΙΣ

Ένα στατιστικό προφίλ της Ελλάδας

Σαν να μην έφτανε το γεγονός ότι η οικονομική κρίση της Ελλάδας την τελευταία δεκαετία έστειλε την οικονομία της χώρας 30 χρόνια πίσω, με το κατά κεφαλήν εισόδημα στο 62% του μέσου όρου της ΕΕ27 το 2020 έναντι 88% το 2009 (μία μείωση 30%), η έλευση της πανδημίας ήρθε να προσθέσει νέους πονοκεφάλους στους Έλληνες – η περηφάνεια των οποίων για τη χώρα και την κληρονομιά τους, η ανησυχία για την υγεία τους και το διαρκές κυνήγι της ευτυχίας (ή τα διαρκή παράπονα) είναι μέρος του εθνικού ψυχισμού. Καθώς όλοι είμαστε πιο εξοικειωμένοι με την αξία των προσεγγίσεων που στηρίζονται σε δεδομένων, ας δούμε αυτά τα ζητήματα μέσα από το πρίσμα ορισμένων από τα τελευταία για την ΕΕ27, τον ΟΟΣΑ (αφορούν περίπου 40 χώρες), και παγκοσμίως. 

Το Κέντρο Ερευνών Pew μόλις διενήργησε μία έρευνα για την έκταση του «πολιτισμικού σοβινισμού» στην Ευρώπη. Το ποσοστό εκείνων που συμφώνησαν ότι «οι άνθρωποί μας δεν είναι τέλειοι, αλλά ο πολιτισμός μας είναι ανώτερος άλλων» ήταν μόλις 20% στην Ισπανία, ανέβαινε στο 23% στο Βέλγιο, στο 26% στη Σουηδία, στο 36% στη Γαλλία και στο 45% στη Γερμανία. Ο σοβινισμός των Βαλκανίων ήταν αρκετά υψηλότερος από την Ευρώπη, κινούμενος από το 65% έως το 69%. Η Ελλάδα όμως κατέκτησε την πρώτη θέση με διαφορά: Το ποσοστό των Ελλήνων που συμφώνησαν με τη θέση αυτή ήταν 89%. 

Στον Παγκόσμιο Δείκτη Ευτυχίας (2021) η Φινλανδία αναδείχθηκε η πιο ευτυχισμένη μεταξύ 149 χωρών. Η Ελλάδα ήταν 68η. Εάν δεν είχαμε (σε φθίνουσα σειρά) το Μαυροβούνιο, τη Βουλγαρία, την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία, την Τουρκία, την Ουκρανία και τη Γεωργία να είναι λιγότερο ευτυχισμένες από την Ελλάδα, θα ήμασταν η λιγότερο ευτυχισμένη χώρα της Ευρώπης. 

Στον Παγκόσμιο Δείκτη Υγείας, την πρωτιά μεταξύ 93 χωρών για τις οποίες συγκεντρώθηκαν στοιχεία κατέκτησε η Ταϊβάν. Η Ελλάδα ήταν 66η. Η κατάταξη ήταν χαμηλότερη από εκείνη χωρών όπως η Τσεχία, η Σρι Λάνκα, το Μεξικό, η Πορτογαλία, η Τουρκία, η Μαλαισία, ο Ισημερινός, η Αργεντινή, η Μάλτα, οι Φιλιππίνες, η Κολομβία, η Κίνα, η Ινδία, η Γουατεμάλα, η Ιορδανία, η Νότια Αφρική, η Χιλή, ο Λίβανος, το Πακιστάν, η Ινδονησία, το Καζακστάν, η Ρωσία, το Βιετνάμ, το Νεπάλ και η Βραζιλία. 

Η χαμηλή βαθμολογία στην υγεία για την Ελλάδα μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στην κατάσταση των δημοσίων υπηρεσιών. Στον πιο πρόσφατο Δείκτη Ποιότητας των Δημοσίων Υπηρεσιών (2020), η Φινλανδία ήταν και πάλι πρώτη μεταξύ 176 χωρών. Η Ελλάδα ήταν 114η πίσω από την Πορτογαλία, την Πολωνία, τις Σεϋχέλλες, την Κύπρο, την Ουγγαρία, την Κροατία, τον Μαυρίκιο, το Καζακστάν, τη Ρωσία, τη Ρουμανία, τη Μαλαισία, τη Βοσνία Ερζεγοβίνη, τη Λευκορωσία, την Αρμενία, την Αργεντινή, τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, τη Γεωργία και την Ταϋλάνδη. 

Παρόλα αυτά, η Ελλάδα δεν τα πηγαίνει άσχημα όσον αφορά στους γιατρούς -έχει περισσότερους από 600 ανά 100.000 κατοίκους, το υψηλότερο ποσοστό στον ΟΟΣΑ. Ωστόσο, η υγεία του πληθυσμού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις υπηρεσίες που προσφέρουν γενικοί ιατροί και νοσηλευτές, καθώς και από το ποσοστό των δαπανών που προέρχονται από δημόσιους πόρους. 

Η Ελλάδα είναι στον πάτο των χωρών του ΟΟΣΑ με 34 γενικούς ιατρούς ανά 100.000 κατοίκους, την ώρα που η Πορτογαλία είναι στην κορυφή με 244. Όσον αφορά στο νοσηλευτικό προσωπικό, η Ελλάδα έχει 330 ανά 100.000 όταν ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ είναι 880 και στη Νορβηγία φτάνει στους 1.770. Επιπλέον υψηλό ποσοστό των συνολικών δαπανών για την υγεία είναι ιδιωτικές (40%). Το ποσοστό είναι υψηλότερο μόνο στη Χιλή, την Κορέα, τη Λετονία και την Ελβετία.  

Από την άλλη, κάτι ελαφρώς απροσδόκητο, ο ΟΟΣΑ σημειώνει πως «οχτώ χώρες δαπανούν λιγότερο σε υπηρεσίες υγείας από τον μέσο όρο, αλλά επιτυγχάνουν υψηλότερο προσδόκιμο όριο ζωής: Ιταλία, Κορέα, Πορτογαλία, Ισπανία, Σλοβενία, Ελλάδα, Ισραήλ και Νέα Ζηλανδία. Και σε όρους ανισοτήτων, η διαφορά στο προσδόκιμο ζωής εκείνων με το υψηλότερο και το χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο είναι μόνο 2,4 έτη για τις Ελληνίδες (ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ είναι τα 4 έτη) αν και στους άνδρες τα πράγματα είναι χειρότερα με την ψαλίδα ανάμεσα στις δύο ομάδες να ανεβαίνει στα 6 έτη (κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ που για τους άνδρες είναι τα 6,9 έτη). Μπορεί αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι η Ελλάδα παρουσιάζει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά κατανάλωσης αλκοόλ, με το Ισραήλ και την Τουρκία να εμφανίζουν μόνο χαμηλότερα; Ή μήπως στην Ελλάδα δεν έχουμε την πραγματική εικόνα για την κατανάλωση αλκοόλ; Ή οφείλεται στη “φαρμακοφιλία”, με την Ελλάδα να έχει το υψηλότερο ποσοστό κατανάλωσης αντιβιοτικών (με την Ιταλία) και τρεις φορές υψηλότερο από τη Σουηδία;  

Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό νεογέννητων με χαμηλό βάρος, αλλά έως την ηλικία των 9 ετών τα παιδιά στην Ελλάδα είναι μεταξύ των 4 χωρών στις οποίες το ποσοστό της παχυσαρκίας υπεβαίνει το 40%. Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό καπνιστών στον ΟΟΣΑ -πάνω από 27%- με τις γυναίκες να συναγωνίζονται τους άνδρες. Οι Έλληνες επίσης στέκονται κόντρα στην τάση σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου τείνουν να καπνίζουν περισσότερο. Στην Ελλάδα οι μορφωμένοι καπνίζουν περισσότερο. 

Όσον αφορά στη στάση των πολιτών, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο 2021, το 24% των Ελλήνων θεώρησαν πολύ δύσκολο να αντεπεξέλθουν στα lockdown. Στην Κύπρο το ποσοστό ήταν 12% στη Γερμανία ήταν 9% και στην Ισπανία 6, ενώ ενώ ήταν μόλις 2% στη Φινλανδία. Και όσον αφορά στις πρακτικές της κυβέρνησης, η Ελλάδα είναι στο top 7 των 27 χωρών της ε.Ε. που έχουν επιστρέψει πόρους στα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά Ταμεία εξαιτίας «οικονομικών παρατυπιών» μπροστά από την Κροατία, την Ιταλία, τη Σλοβενία, την Πολωνία, την Τσεχία, τη Λετονία και την Ισπανία. Οχτώ χώρες, συμεπριλαμβανομένης της Κύπρου, τηρούν τους κανόνες. 

Παρόλα αυτά, υπάρχουν και κάποια καλά νέα. Το 2013 η Ελλάδα είχε την αρνητική πρωτιά στην Ευρώπη στο ποσοστό του πληθυσμού που είναι «σε κίνδυνο φτώχειας», με άνω του 23% έναντι μέσου κοινοτικού όρου 16,7%. Το υψηλό αυτό ποσοστό έχει τώρα υποχωρήσει στο 17,9%, ενώ η πτώση συνολικά στην Ε.Ε. είναι οριακή στο 16,5%. Και πάλι βέβαια χώρες με υψηλότερα ποσοστά φτώχειας από την Ελλάδα είναι η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Εσθονία και η Κροατία, όπως επίσης οι τρεις χώρες της Βαλτικής και η Ιταλία με 20,1%. 

Δεύτερον, και συνδεόμενο με τη μείωση της φτώχειας, τα επίπεδα ευτυχίας είναι σε άνοδο. Η Ελλάδα είναι τώρα 51η μεταξύ 95 χωρών για τα οποία υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία, μία βελτίωση σε σχέση με την 59η θέση που κατείχε στο δεύτερο εξάμηνο του 2010. Και ας μην ξεχνάμε: τα ποσοστά αυτοκτονίας στην Ελλάδα είναι τα χαμηλότερα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, μαζί με εκείνα της Τουρκίας. Κάποια στιγμή οι Έλληνες ίσως ξανακερδίσουν την ευτυχία τους, όπως και στο παρελθόν, μετά και την τουριστική “εισβολή” που αναμένεται από αυτόν τον μήνα. 

Money Review