ΑΠΟΨΕΙΣ

Σαν σήμερα το 2015: Ο σπόρος του «Graccident» και το δημοψήφισμα

Φωτ. AP

Προϊόντος του χρόνου, το πρώτο εξάμηνο του 2015 φυτευόταν ο σπόρος ενός ατυχήματος. Η τότε νεοφώτιστη ελληνική κυβέρνηση είχε απολέσει το μοναδικό ουσιαστικό αντιστάθμισμα που της προσέφεραν οι πιστωτές στο πλαίσιο του συμβιβασμού της με τον μνημονιακό δρόμο, στο Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου εκείνου του έτους. Το αντιστάθμισμα αυτό ήταν η, έστω και αόριστη, δέσμευση των Ευρωπαίων εταίρων για την επαναδιαπραγμάτευση των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Βάσει του ανακοινωθέντος για την Ελλάδα, οι θεσμοί δεσμεύονταν να λάβουν υπόψη, για τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2015, τις οικονομικές συνθήκες που θα διαμορφώνονταν το ίδιο έτος. Επρόκειτο ουσιαστικά για το ένα και μοναδικό «δώρο» των Ευρωπαίων εταίρων στην πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα, δεδομένης αφενός της δημοσιονομικής ασφυξίας που επιφέρουν τα παράλογα υψηλά και για συνεχόμενο διάστημα πρωτογενή πλεονάσματα και, αφετέρου, της χρονικής και πολιτικής συγκυρίας. Η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση όχι μόνο δεν άδραξε αμέσως τη μεγάλη αυτή ευκαιρία που της προσφέρθηκε από την Ευρωομάδα, αλλά την έχασε οριστικά και αμετάκλητα εξαιτίας ουτοπικών προσδοκιών και παράλληλα άλλων στρατηγικών που δεν εξυπηρετούσαν το εθνικό συμφέρον εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου. Η χαμένη ευκαιρία της 20ής Φεβρουαρίου εκείνου του έτους είναι κάτι που ίσως δεν έχει τονιστεί εμφατικά στη βιβλιογραφία για την ελληνική κρίση. Στο βιβλίο Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας, ο Κώστας Κωστής γράφει ότι «αν [ο Αλέξης Τσίπρας] είχε υπογράψει τη συμφωνία που του προτάθηκε με την ανάληψη των καθηκόντων του θα επιβάρυνε ελάχιστα τη χώρα σε σχέση με τα 90 δισεκατομμύρια και το κόστος της επιβολής κεφαλαιακών ελέγχων που υποχρεώθηκε να επωμισθεί μετά από μερικούς μήνες ανόητων και κενών λεονταρισμών».

Με τον μνημονιακό συμβιβασμό να βρίσκει σοβαρές εσωκομματικές διαφωνίες, ο χρόνος για ένα «ελληνικό ατύχημα» (χαρακτηριζόμενο από διεθνείς αναλυτές, κατ’ αναλογία με το «Grexit», με τον ευρηματικό όρο «Graccident») μετρούσε αντίστροφα. Μπροστά στο αδιέξοδο της ελληνικής κυβέρνησης, κι ενώ η τετράμηνη παράταση του προγράμματος έληγε στις 30 Ιουνίου, η αιφνιδιαστική διακοπή των διαπραγματεύσεων και η προκήρυξη δημοψηφίσματος για την 5η Ιουλίου εκείνου του έτους οδήγησε την κατάσταση σε επικίνδυνο εκτροχιασμό. Επρόκειτο για ένα αμφιλεγόμενο δημοψήφισμα με ορίζοντα μόλις πέντε εργάσιμων ημερών και που μάλιστα αφορούσε μια πρόταση των δανειστών, η οποία είχε ήδη αποσυρθεί de facto από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Πολύ γρήγορα, οι οικονομικές εξελίξεις θα προλάβαιναν, όπως συμβαίνει συνήθως, τις πολιτικές εξελίξεις.

Ακολουθώντας συγκεκριμένους κανόνες ως θεσμικά ανεξάρτητη νομισματική αρχή για ολόκληρη την Ευρωζώνη, και με δεδομένο ότι η χώρα ήταν πλέον εκτός προγράμματος, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επέλεξε τη μέση οδό ως προς την εξάρτηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από τον μηχανισμό ELA. Διατήρησε μεν την ομπρέλα του έκτακτου μηχανισμού ρευστότητας, ωστόσο σταμάτησε να αυξάνει το όριο ενίσχυσης που παρείχε στις ελληνικές τράπεζες. Το όριο αυτό ουσιαστικά πάγωσε στο επίπεδο της ημέρας προκήρυξης του δημοψηφίσματος. Αν η ΕΚΤ αποφάσιζε να εξακολουθήσει να αυξάνει περαιτέρω το όριο του ELA, τότε αυτό θα σήμαινε ότι θα δήλωνε διατεθειμένη να χρηματοδοτήσει σε δυνητικά ανεξέλεγκτο βαθμό τη φυγή καταθέσεων (bank run). Η τελευταία εξελίχθηκε ταχύτατα τις αμέσως επόμενες ώρες και ημέρες, λόγω της υπέρβασης του χρονικού ορίου που σηματοδοτούσε η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να διεξαγάγει το δημοψήφισμα σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας λήξης του προγράμματος. Έτσι η κυβ έρνηση δεν είχε άλλη επιλογή από το να προκηρύξει τραπεζική αργία και να εισαγάγει αυστηρούς κεφαλαιακούς ελέγχους (capital controls), ενώ η κατάσταση επιδεινώθηκε από τη μη αποπληρωμή της δανειακής δόσης στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τη νύχτα της 30ής Ιουνίου προς 1η Ιουλίου· ήταν η πρώτη φορά που μια ανεπτυγμένη οικονομία αποτύγχανε να αποπληρώσει οφειλή προς το Ταμείο.

Ακόμα και ένας προκατειλημμένος υπέρ της αμεσοδημοκρατικής διαδικασίας παρατηρητής, θα παραδεχόταν ότι το δημοψήφισμα θα έπρεπε να είχε διεξαχθεί νωρίτερα και πάντως εντός του ρητού χρονικού πλαισίου μεταξύ της 20ής Φεβρουαρίου και της 30ής Ιουνίου. Μετά την αδυναμία εξόφλησης της δόσης προς το ΔΝΤ, το επιχείρημα του Γ. Βαρουφάκη, ότι η αδυναμία αποπληρωμής των ελληνικών ομολόγων που κατείχε η ΕΚΤ (στο πλαίσιο του πρώτου προγράμματος αγοράς τίτλων στη δευτερογενή αγορά – SMP) και τα οποία έληγαν στις 20 Ιουλίου του 2015 θα έθετε υπό αμφισβήτηση το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και γενικότερα το ευρώ, ήταν άστοχο. Ένα τέτοιο πιστωτικό γεγονός θα επέφερε την de facto μετάπτωση του εναλλακτικού συστήματος παράλληλων πληρωμών, που σχεδιαζόταν ως διαπραγματευτικό δήθεν όπλο της ελληνικής πλευράς, σε σύστημα παράλληλου εγχωρίου νομίσματος. Καθώς το τελευταίο απαγορεύεται από τις συνθήκες της ΕΕ και το καταστατικό της ΕΚΤ, θα σήμαινε ομοίως την de facto έξοδο της Ελλάδας από το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Η καταστροφή που θα συνέβαινε με ένα ενδεχόμενο Grexit το 2015 αφορούσε πρωτίστως την Ελλάδα και σε πολύ μικρότερο βαθμό την Ευρωζώνη, σημαντικά μικρότερο ιδίως εν συγκρίσει με την πιο ρευστή για το ευρώ κατάσταση του 2012.

* Ο Κωνσταντίνος Γκράβας είναι διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης (ΙΦΕ) του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και αναλυτής διεθνών αγορών. Το κείμενο περιέχει αποσπάσματα από το βιβλίο του, «Οικονομικός Πόλεμος και Νομισματική Ειρήνη.  Η Ελληνική Οικονομική Κατάθλιψη» (Πρόλογος: Γιάννης Στουρνάρας), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ι.Σιδέρης (δεύτερη επιμελημένη ανατύπωση, Νοέμβριος 2020).

Money Review