ΑΠΟΨΕΙΣ

Εμείς, οι Σουηδοί και οι άλλοι

Πετυχημένες και μη, μεταρρυθμίσεις στην κοινωνική ασφάλιση

Φωτ. AP

Δανία, Σουηδία, Καναδάς, Ολλανδία, Αυστραλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Νέα Ζηλανδία, συγκαταλέγονται ανάμεσα στις χώρες με τα πιο πετυχημένα συνταξιοδοτικά συστήματα στον κόσμο. Συστήματα βιώσιμα, που εξασφαλίζουν υψηλές παροχές στους ασφαλισμένους με σημαντικό βαθμό ασφάλειας. Σε όλες αυτές τις χώρες, η κεφαλαιοποίηση παίζει κεντρικό ρόλο. Για την ακρίβεια, κεφαλαιοποίηση και διανομή λειτουργούν συμπληρωματικά: η βασική παροχή βασίζεται στο διανεμητικό σύστημα και η συμπληρωματική παροχή στο κεφαλαιοποιητικό. 

Το Σουηδικό AP7, το βρετανικό NEST, το Δανέζικο ATP, συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο πετυχημένων συμπληρωματικών συνταξιοδοτικών προϊόντων. Η επιτυχία τους οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες: συγκεκριμένη στόχευση, ενσωμάτωση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε χώρας, ορθός και προσεκτικός σχεδιασμός, αλλαγές όταν απαιτείται, επαγγελματική διαχείριση, διαφάνεια, ισχυρή εποπτεία. 

Η επιτυχία των κεφαλαιοποιητικών συνταξιοδοτικών συστημάτων ωστόσο, δεν είναι μονόδρομος, ούτε δεδομένη. Σε πολλές χώρες, κυρίως της Λατινικής Αμερικής και της Ανατολικής Ευρώπης, έγιναν προσπάθειες είτε πλήρους μετατροπής του συνταξιοδοτικού τους από διανεμητικό σε κεφαλαιοποιητικό (Χιλή – 1981, Μεξικό – 1997, Καζακστάν – 1998), ενώ σε άλλες χώρες έγινε προσπάθεια για εισαγωγή ενός συμπληρωματικού κεφαλαιοποιητικού πυλώνα (Αργεντινή- 1994, Ουγγαρία – 1998/ αναστροφή το 2011, Κροατία – 1999, Λιθουανία – 2004, Πολωνία – 1999/ αναστροφή το 2014  κ.α.).

Κοινός παρονομαστής λιγότερο πετυχημένων ή αποτυχημένων προσπαθειών ήταν ότι υπερτίμησαν τη δύναμη της αγοράς και την ικανότητα του ανταγωνισμού για την επίλυση των προβλημάτων, αλλά και την ικανότητα των ασφαλισμένων να παίρνουν ιδιαίτερα πολύπλοκες χρηματοοικονομικές αποφάσεις. Επιπλέον στις προσπάθειες αυτές απέτυχαν να αντιμετωπίσουν προβλήματα ασύμμετρης πληροφόρησης, ατελών και ανώριμων χρηματοοικονομικών αγορών, ενώ δεν υπήρχε ισχυρή ιδιοκτησία των συστημάτων από τους ίδιους τους φορείς και ισχυρό πλαίσιο εποπτείας. 

Οι χώρες αυτές δεν εισήγαγαν την κεφαλαιοποίηση ως οικονομικό σύστημα στην κοινωνική ασφάλιση. Αντίθετα, προσπάθησαν να κάνουν υποχρεωτική την ιδιωτική ασφάλιση, αγνοώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τη στόχευση της κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας. Οι αλλαγές, στα περισσότερα μη πετυχημένα παραδείγματα, έγιναν με γνώμονα την πεποίθηση ότι η σύνταξη και οι εισφορές είναι απλά μια άλλη μορφή αποταμίευσης που μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με τους κανόνες της αγοράς. Αντίθετα, οι χώρες που πέτυχαν, αναγνώρισαν τις ιδιαιτερότητες των ασφαλιστικών εισφορών και των συνταξιοδοτικών παροχών, το ρόλο του κράτους στην εποπτεία και το σχεδιασμό των προϊόντων, την ανάγκη ισχυρής διακυβέρνησης, διαφάνειας και λογοδοσίας. 

Η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα χτίστηκε πάνω στην εφαρμογή των καλών πρακτικών, αλλά και στην αποφυγή των λαθών των λιγότερο πετυχημένων προσπαθειών. Ταυτόχρονα, λήφθηκαν υπόψη όλες οι ιδιαιτερότητες του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος (συνταγματικές, δημοσιονομικές, κ.α.), αλλά και η ανάγκη εξασφάλισης και των σημερινών και των μελλοντικών συνταξιούχων.

Πέντε βασικές προκλήσεις έχουν προκύψει μέσα από τις διαπιστώσεις τόσο του ΟΟΣΑ, όσο και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εργασίας, σε σχέση με τη μετάβαση σε ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα, ως αποτέλεσμα και των λιγότερο πετυχημένων μεταρρυθμίσεων:

Πρόκληση 1η: Κυρίως στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, αλλά και σε κάποιες της Ανατολικής Ευρώπης, υπήρξε καθολική εφαρμογή των κεφαλαιοποιητικών συστημάτων και πλήρης αντικατάσταση των μέχρι τότε συνταξιοδοτικών συστημάτων. Στις χώρες όμως αυτές, με υψηλά ποσοστά αδήλωτης εργασίας και ιδιαίτερα χαμηλών μισθών, αυτό οδήγησε σε κατακρήμνιση των συνταξιοδοτικών παροχών. 

Στην Ελλάδα, το σύστημα σχεδιάστηκε έτσι ώστε οι παροχές να είναι εξασφαλισμένες. Αφενός, η κύρια σύνταξη, η οποία αποτελεί και το βασικό τμήμα της συνολικής παροχής δεν αλλάζει. Πέρα από αυτό όμως, η Πολιτεία εγγυάται την πραγματική αξία των σωρευμένων εισφορών των ασφαλισμένων στο σύνολο του εργασιακού τους βίου, ακολουθώντας τόσο την συνταγματική επιταγή, αλλά και την ανάγκη για προστασία των μελλοντικών παροχών.      

Πρόκληση 2η: Στις περισσότερες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής, οι μεταρρυθμίσεις έγιναν για λάθος λόγο: να μειώσουν τη δημοσιονομική πίεση που ασκούνταν στα κοινωνικοασφαλσιτικά τους συστήματα. Έτσι, δεν έγινε ποτέ μια ορθή αποτίμηση το κόστους μετάβασης, ούτε των μακροοικονομικών συνεπειών αυτών των μεταρρυθμίσεων. 

Στην περίπτωσή μας, η όλη μεταρρύθμιση από την αρχή στήθηκε με γνώμονα την ομαλή μετάβαση. Καταρχάς, σε επίπεδο σχεδιασμού, η ένταξη μόνο των νέων εργαζομένων στο νέο σύστημα οδηγεί σε ομαλή και σταδιακή μετάβαση, με το κόστος να είναι οπισθοβαρές, και να μεγιστοποιείται περί το 2050-60, αφήνοντας χρόνο στο σύστημα να ωριμάζει και να αναδεικνύει τα θετικά του στοιχεία. Επιπλέον, το νομοσχέδιο συνοδεύεται από τρεις αλληλοσυνδεόμενες μελέτες: την αναλογιστική, η οποία δείχνει το μικτό κόστος μετάβασης, τη μακροοικονομική που υπολογίζει το καθαρό κόστος της μετάβασης και τη μελέτη επιπτώσεων στο δημόσιο χρέος. Αυτές δείχνουν, απόλυτα διαχειρίσιμο ακαθάριστο κόστος κατά την πρώτη δεκαετία εφαρμογής (δεν ξεπερνά συνολικά τα 3 δις), θετικό αποτύπωμα στο τέλος της περιόδου εφαρμογής, καθώς οι θετικές επιπτώσεις πάνω στο ΑΕΠ, στις εισφορές και στους φόρους υπερκαλύπτουν το ταμειακό κόστος και έτσι επιτρέπουν την αντιμετώπισή του και τέλος, οι επιπτώσεις στο χρέος είναι από θετικές (μείωση κατά 6,3%) έως οριακά και μη σημαντικά αρνητικές (αύξηση χρέους κατά 2% το 2070). Τέλος στο νόμο της νέας επικουρικής υπάρχει σαφής δέσμευση μη χειροτέρευσης των παροχών για σημερινούς συνταξιούχους και ασφαλισμένους που παραμένουν στο παλιό σύστημα.  

Πρόκληση 3η: Οι αποτυχημένες μεταρρυθμίσεις δεν κατόρθωσαν να βελτιώσουν την ασφαλιστική κάλυψη του πληθυσμού ή τη συμμόρφωση. Τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα έχουν μια πολύ βασική διαφορά από τα διανεμητικά. Η παροχή είναι το αποτέλεσμα των σωρευμένων πραγματικά καταβληθεισών εισφορών. Αυτό απαιτεί ισχυρά συστήματα καταγραφής των υπόχρεων καταβολής, συλλογής εισφορών και διαχείρισης ληξιπροθέσμων. 

Στη νέα επικουρική στην Ελλάδα, ήδη από το νόμο προβλέπεται η παρακολούθηση και ταυτοποίηση των υπακτέων στην ασφάλιση προσώπων και των υπόχρεων καταβολής εργοδοτών, μέσω του αναπτυγμένου, ώριμου συστήματος της ΑΠΔ και η έγκαιρη απόδοση των εισφορών από τον e-ΕΦΚΑ στο νέο Ταμείο, προκειμένου αυτές να κεφαλαιοποιούνται. Τέλος, σταδιακά θα αναπτυχθούν σειρά εργαλείων που θα ενισχύσουν τη συμμόρφωση, την ορθή και έγκαιρη καταβολή εισφορών, με ιδιαίτερα θετικά αποτελέσματα στη βιωσιμότητα και λειτουργία συνολικά του συστήματος και την καλλιέργεια κουλτούρας υπέρ της ασφαλισμένης εργασίας. 

Πρόκληση 4η: Σε πολλές χώρες, η διαχείριση των αποθεματικών δόθηκε απευθείας σε ιδιωτικές εταιρείες, τοποθετώντας στην ουσία τον ασφαλισμένο σε μια άμεση σχέση λιανικού πελάτη – παρόχου. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν τα υποχρεωτικά κεφαλαιοποιητικά συστήματα στη Λιθουανία και τη Λετονία. Με αυτό τον τρόπο, τα διαχειριστικά κόστη των προγραμμάτων εκτοξεύονται, φέρνοντας τον ασφαλισμένο σε μειονεκτική θέση και διακινδυνεύοντας τη σταθερότητα του συστήματος γενικότερα, ενώ τα όποια οφέλη καρπούνται κυρίως οι ίδιοι οι ιδιωτικοί πάροχοι. Χαρακτηριστικά να πούμε ότι αρκετά από τα επενδυτικά προϊόντα που προσφέρονται στη Λιθουανία και τη Λετονία, προσφέρονται και από το Σουηδικό σύστημα. Η διαφορά είναι ότι στη Σουηδία, μέσω της ισχυρής εποπτείας της Σουηδικής Αρχής Συντάξεων και του ρυθμιστικού πλαισίου, τα ίδια προϊόντα προσφέρονται με σημαντικά χαμηλότερο κόστος. 

Στην ελληνική περίπτωση, ο διαχειριστής επενδύσεων είναι η ΕΔΕΚΤ, εταιρεία του δημοσίου, και σταδιακά με το χτίσιμο τεχνογνωσίας, η διαχείριση των επενδύσεων μεταφέρεται στο ίδιο το Ταμείο. Πρώτα η ΕΔΕΚΤ και μετά το Ταμείο λειτουργούν ως χονδρικοί αγοραστές επενδυτικών προϊόντων, επιτυγχάνοντας καλύτερους όρους και κόστη. Ο ασφαλισμένος δεν έχει καμιά ανάμειξη στην όλη διαδικασία, πέρα από την αρχική του επιλογή του προφίλ κινδύνου.    

Πρόκληση 5η: Είναι κοινώς αποδεκτό και από τους διεθνείς οργανισμούς και από τη βιβλιογραφία, ότι η τριμερής σχέση (ασφαλισμένοι, εργοδότες, κράτος) είναι αναγκαία συνθήκη για την ορθή λειτουργία των κοινωνικο-ασφαλιστικών συστημάτων. Στις περισσότερες περιπτώσεις μη πετυχημένων μεταρρυθμίσεων, η τριμερής σχέση αυτή είχε διαρραγεί, με το κράτος να μειώνει την συμβολή του, τους εργοδότες να ελέγχονται λιγότερο ή καθόλου για την καταβολή εισφορών, και σε πολλές περιπτώσεις το χτίσιμο του «ατομικού κουμπαρά» να μετατρέπεται σε αποκλειστική ευθύνη του ασφαλισμένου. 

Η κεφαλαιοποιητική επικουρική ασφάλιση στην Ελλάδα, δεν αποκλίνει στο ελάχιστο από τις κοινωνικοασφαλιστικές αρχές και την τριμερή συμμετοχή. Εξακολουθεί να είναι καθολική, υποχρεωτική, υπό την εποπτεία και εγγύηση του κράτους, με δικλείδες ασφαλείας σε σχέση με την καταβολή και διαχείριση των εισφορών. Από την πρώτη στιγμή του σχεδιασμού, τα χαρακτηριστικά της νέας επικουρικής έγιναν γνωστά στους εμπλεκόμενους και τέθηκαν στο δημόσιο διάλογο με επιχειρήματα και επιστημονικά δεδομένα.    

Ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάστηκε και θα εφαρμοστεί η νέα επικουρική ασφάλιση στην Ελλάδα για τους νέους ανθρώπους, ακολουθεί στο σύνολό τους τις καλές πρακτικές που έχει αναδείξει η διεθνής πρακτική και βιβλιογραφία και αποφεύγει λάθη και παραλείψεις άλλων συστημάτων. Γίνεται για τους σωστούς λόγους, να δώσει δηλαδή καλύτερες προοπτικές στη σύνταξη των νέων απαντώντας στο πρόβλημα του δημογραφικού και ως αποτέλεσμα να συμβάλει και στην ανάπτυξη της οικονομίας. Το κράτος παραμένει θεματοφύλακας, επόπτης και διαχειριστής του συστήματος, καθώς και εγγυητής των σημερινών συντάξεων, αλλά και μελλοντικών εισφορών. Ταυτόχρονα οι νέοι ασφαλισμένοι θα απολαμβάνουν τα θετικά των αποδόσεων σε οργανωμένες αγορές και υψηλό επίπεδο υπηρεσιών από ένα νέο ασφαλιστικό φορέα που θα λειτουργεί με σύγχρονους όρους εταιρικής διακυβέρνησης, διαφάνεια, πρόσβαση στην πληροφορία και επαγγελματισμό.  

* Η κ. Παυλίνα Καρασιώτου είναι Γενική Γραμματέας Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Money Review