Απόψεις Τετάρτη 23/06/2021, 07:30
ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι να περιμένουμε στη νέα στρατηγική της ΕΚΤ

φωτ. Reuters

Η πανδημία είχε αναγκάσει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να αναβάλει την αναθεώρηση της στρατηγικής της νομισματικής πολιτικής της. Αν και τα μέτρα που εφαρμόζονται για τον περιορισμό των οικονομικών επιπτώσεων θα εξακολουθήσουν να ισχύουν για κάποιο χρονικό διάστημα, η ΕΚΤ αναμένεται τώρα να οριστικοποιήσει την αναθεώρηση της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής έως το τέλος του έτους, αν όχι νωρίτερα.

Τι μπορούμε να περιμένουμε  ότι θα αλλάξει και τι ίσως  όχι;

Παραδόξως, η αλλαγή που είναι βέβαιο ότι θα δούμε είναι η έμφαση που θα δοθεί σε πολιτικές που προωθούν την μετάβαση στην πράσινη οικονομία. Η ΕΚΤ έχει ήδη λάβει μέτρα για την προώθηση αυτού του σκοπού. Αλλά είναι παράδοξο, διότι πρόκειται για μια μεγάλη αλλαγή σε σχέση με προηγούμενες πρακτικές και οι κεντρικές τράπεζες δεν είναι απαραίτητα ο πιο άμεσος θεσμός πολιτικής για την αντιμετώπιση της κλιματικής  αλλαγής. Ωστόσο, υπάρχει πλέον ευρεία συμφωνία ότι όλοι μας  πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να  ανταποκριθούμε στις φιλοδοξίες μας για το κλίμα, κι αυτό περιλαμβάνει και τις κεντρικές τράπεζες. Η ΕΚΤ, και κυρίως η πρόεδρός της κ. Mme  Lagard, ήταν πολύ συνεπής σε αυτό το σημείο από την αρχή της θητείας της.

Η δεύτερη αλλαγή που μπορούμε να αναμένουμε είναι η αποσαφήνιση του στόχου σταθερότητας των τιμών. Από ένα πληθωρισμό “κάτω από, αλλά κοντά στο 2%”, η σταθερότητα των τιμών αναμένεται να οριστεί εκ νέου ως πληθωρισμός 2%. Αλλά αυτό είναι το ευκολότερο της υπόθεσης, και το λιγότερο που μπορεί να κάνει η Κεντρική Τράπεζα για να επιτρέψει τον στόχο για τον πληθωρισμό να αποτελέσει εστιακό σημείο (focal point) για τις προσδοκίες. Μάλιστα, δεδομένου του πόσο σημαντικές είναι οι προσδοκίες για το επίπεδο του πληθωρισμού,  είναι απορίας άξιο  πως αυτό δεν έχει συμβεί νωρίτερα.

Αλλά είναι αυτό αρκετό; Ο πληθωρισμός δεν είναι ποτέ ακριβώς στο 2%. Σημαίνει αυτό ότι ένας τόσο ακριβής στόχος, και συνεπώς και η σταθερότητα των τιμών, σπάνια επιτυγχάνονται; Δεν θα ήταν ένας τέτοιος ορισμός τότε αντιπαραγωγικός;

Η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ, (The Federal Reserve), το έχει  αντιμετωπίσει αυτό στη δική της αναθεώρηση στρατηγικής, λέγοντας ότι ο πληθωρισμός πρέπει να είναι στο 2% “κατά μέσο όρο”. Ο πληθωρισμός μπορεί να είναι πάνω από 2%, υπό την προϋπόθεση ότι κάποτε θα βρίσκεται επίσης κάτω από το 2%, έτσι ώστε “κατά μέσο όρο” να  βρίσκεται στον στόχο.

Ενώ αυτός ο ορισμός είναι εύκολο να τηρηθεί κοιτάζοντας πίσω, δεν είναι εύκολο να χρησιμοποιηθεί για την πρόβλεψη του μέλλοντος. Εάν ο πληθωρισμός ήταν κάτω από το 2% για, ας πούμε ένα έτος, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η Κεντρική Τράπεζα θα επιδιώξει να είναι ο πληθωρισμός πάνω από 2% το επόμενο έτος; Φτάνει ένα έτος ως σημείο αναφοράς, ή μήπως θα έπρεπε να είναι πιο μακρινό το χρονικό διάστημα αναφοράς; Αλλά για όσο περισσότερο καιρό βρίσκεται ο πληθωρισμός από την μία πλευρά του στόχου του, τόσο πιο δύσκολο είναι να επανέλθει και να διατηρηθεί από την άλλη για όσο χρονικό διάστημα χρειάζεται, έτσι ώστε “κατά μέσο όρο” να είναι ακριβώς στο 2%.

Θεωρητικά, ο ορισμός της σταθερότητας των τιμών ως “πληθωρισμός ίσος με 2% κατά μέσο όρο” είναι λογικός. Αλλά στην πράξη, εάν ο ορισμός σταματήσει εδώ, τότε δεν  βοηθά στον σχηματισμό των  προσδοκιών.  Θα έλεγα ακόμη ότι ένας τέτοιος ορισμός εξαλείφει τα οφέλη του εστιακού σημείου που πηγάζουν από την ύπαρξη ενός αριθμητικού στόχου. Κι αυτό γιατί ο πληθωρισμός δεν είναι ποτέ ακριβώς  στο 2%, κι επίσης πηγαίνοντας πίσω στο χρόνο μπορεί πάντα κανείς να βρει έναν χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο πληθωρισμός έχει υπάρξει “κατά μέσο όρο” στο 2%.

Εδώ έχουμε δύο επιλογές.

Ο ορισμός της σταθερότητας των τιμών μπορεί να περιλαμβάνει ρητή δέσμευση για χρονικό διάστημα αναφοράς, όπως παραδείγματος χάριν, 2% μέσο όρο κατά τη διάρκεια 2 ετών ή ενός  επιχειρηματικού κύκλου. Αλλά οι κεντρικές τράπεζες, δικαιολογημένα ίσως, διστάζουν να δεσμευτούν, δεδομένου των χαμηλών και πτωτικών επιτοκίων τα τελευταία 10-15 έτη. Η αβεβαιότητα που αυτό υποδεικνύει, σημαίνει ότι δεν έχουμε πλήρη γνώση του πως μεταδίδεται η νομισματική πολιτική στην οικονομία.

Η δεύτερη επιλογή είναι η ανακοίνωση ζωνών ανοχής γύρω από τον αριθμητικό στόχο. Η Κεντρική Τράπεζα θα στοχεύει μεν στο 2%, αλλά θα «ανέχεται» τον πληθωρισμό εντός ενός συγκεκριμένου εύρους γύρω από αυτό τον στόχο. Για όσο διάστημα βρίσκεται ο πληθωρισμός εντός αυτού του εύρους τιμών, τότε ικανοποιεί το να βρίσκεται στο 2% κατά μέσο όρο. Αλλά απλά τώρα ο χρονικός ορίζοντας δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται.

Στην πραγματικότητα, η πλειονότητα των κεντρικών τραπεζών που ακολουθούν την πολιτική στόχευση του πληθωρισμού έχουν τέτοιες ζώνες ανοχής, ως αναπόσπαστο μέρος της επικοινωνιακής στρατηγικής τους. Το ακριβές εύρος αυτής της ζώνης είναι διαπραγματεύσιμο, αλλά δεδομένου ότι λειτουργούμε σε ένα πολύ αβέβαιο περιβάλλον, είναι πιο ασφαλές να υιοθετήσει η Κεντρική Τράπεζα πιο ευρύτερη ζώνη από κανονικά, και να ανέχεται πληθωρισμό ας πούμε μεταξύ 0,5% και 3,5%.

Αλλά ίσως το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό μιας ζώνης ανοχής είναι ότι παρέχει ένα πολύ σαφές πλαίσιο για την αξιολόγηση των επιδόσεων της Κεντρικής Τράπεζας. Μια στρατηγική που είναι ξεκάθαρη τι σημαίνει επιτυχία και τι όχι, είναι επωφελής για την Κεντρική Τράπεζα, τους στόχους της και φυσικά για ολόκληρη την κοινωνία.

 

Money Review