ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Ευρωζώνη δεν απειλείται από τον πληθωρισμό

Ο … καημός της ΕΚΤ ήταν, για πολλά χρόνια, να καταφέρει να ανεβάσει τον πληθωρισμό κοντά στο 2%. Και να που, επιτέλους, τα κατάφερε. Δεν είναι όμως ώρα για πανηγυρισμούς, γιατί ο στόχος επιτεύχθηκε σε λάθος στιγμή, σε μια ευαίσθητη περίοδο που οι πολιτικές αντιμετώπισης της πανδημίας έχουν διαμορφώσει μια ιδιόμορφη και ευαίσθητη κατάσταση για την ευρωπαϊκή οικονομία. Όχι ότι αποτελεί απειλή, αλλά σίγουρα επιβάλλεται η προσεκτική διαχείρισή του.

Τα καλά νέα για τους καταναλωτές είναι ότι ο πληθωρισμός των τροφίμων και των βιομηχανικών προϊόντων, μέχρι στιγμής,  δεν φτάνει ούτε στο 1%. Τα άσχημα νέα είναι ότι οι τιμές της ενέργειας «έχουν πάρει την ανηφόρα» από τον Μάρτιο και μετά, φτάνοντας το +13% τον Μάιο, σε ετήσια βάση. Αναμένεται μάλιστα ότι θα αυξηθούν κι άλλο, λόγω της επερχόμενης πολυετούς ανάπτυξης, και βέβαια θα ενσωματωθούν τελικά στις τιμές.

Θα μπορούσε λοιπόν να ισχυρισθεί κάποιος ότι αυτή η εξέλιξη θα οδηγήσει σιγά-σιγά σε ακριβότερα καταναλωτικά αγαθά και κατ’ επέκταση σε περιορισμό της αγοραστικής δύναμης των Ευρωπαίων. Παρά το γεγονός ότι αυτό δείχνει να είναι ένα λογικό επιχείρημα, θεωρώ ότι δεν ισχύει, για μια σειρά από λόγους, όπως:

-Μεγάλο μέρος των καταναλωτικών αγαθών της Ευρωζώνης είναι εισαγόμενα και προέρχονται από χώρες με «μαλακά» νομίσματα και χαμηλότερα επίπεδα αμοιβών των συντελεστών παραγωγής. Επομένως, το κόστος αυτών των αγαθών σε ευρώ, θα παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα και θα βοηθήσει να μην ξεφύγει ο πληθωρισμός πάνω από το 2% .

-Η ανάπτυξη των επόμενων ετών θα αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και θα αντισταθμίσει με άνεση τις απώλειές τους.

Πάντως, η αύξηση του πληθωρισμού δεν μπορεί παρά να φέρει στο μυαλό μας την πολιτική παροχής (γενναιόδωρης) ρευστότητας από την ΕΚΤ στις χώρες-μέλη. Το ερώτημα που μπαίνει είναι αν θα πρέπει να συνεχίσει το πρόγραμμά της ή να το περιορίσει. Πολύ περισσότερο που κατά την τελευταία δεκαετία έχει διοχετευθεί στην ευρωπαϊκή οικονομία «ακάλυπτο» χρήμα πολλών τρισεκατομμυρίων.

Κατά την άποψη μου, η συνέχιση του προγράμματος της ΕΚΤ είναι μονόδρομος. Η ρευστότητα που παρέχει, σε συνδυασμό με τις δρομολογημένες ενισχύσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης και άλλους φορείς, αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για να ξεκολλήσει η ευρωπαϊκή οικονομία από τη μιζέρια και να μπει στη φάση μιας πολυετούς ανάπτυξης. Δεν επιτρέπεται να βάλουμε σε κίνδυνο την ανάπτυξη αυτή. Τη χρειαζόμαστε, έστω και με «τσιμπημένο» πληθωρισμό.

Άλλωστε μόνο με ικανοποιητική και μακράς διάρκειας ανάπτυξη θα μπορεί η πραγματική οικονομία να απορροφήσει την υπέρμετρη ρευστότητα, που έχει διαχυθεί στην οικονομία και αποτελεί «θείο δώρο» και απειλή ταυτόχρονα – καθώς, σήμερα, μέρος της ρευστότητας αυτής έχει διοχετευθεί στις χρηματιστηριακές αγορές και στα ακίνητα, και ο κίνδυνος να δημιουργηθούν αντίστοιχες φούσκες είναι ορατός. Επίσης, μόνο με ισχυρή ανάπτυξη μπορεί να καταστεί διαχειρίσιμο  το συσσωρευμένο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος.

Πρώτα η ανάπτυξη λοιπόν. Έχει δρομολογηθεί σε ισχυρές βάσεις και δεν πρέπει με τίποτα να ανακοπεί η πορεία αυτή. Ο πληθωρισμός έρχεται μετά. Άλλωστε, χρειάστηκαν πάνω από 10 χρόνια για να τον φτάσουμε στο 2%. Τώρα θα μας ξεφύγει;

Ο Μιχάλης Γκλεζάκος είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικής

Money Review