Απόψεις Τετάρτη 14/04/2021, 07:30
ΑΠΟΨΕΙΣ

Περισσότερη ή λιγότερη Ευρώπη;

«Ποιον πρέπει να καλέσω αν θέλω να καλέσω την Ευρώπη;» ρώτησε χαρακτηριστικά κάποτε ο Χένρι Κίσινγκερ. Όχι,  αλήθεια. Ποιος σηκώνει το τηλέφωνο στην άλλη άκρη της γραμμής για να  εκπροσωπήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ); Ποιος μιλάει εν ονόματί της και μπορεί να την εκπροσωπήσει σε παγκόσμιο  επίπεδο;

Η απάντηση είναι, φυσικά, ότι  δεν υπάρχει ένας που εκπροσωπεί την ΕΕ σε όλα τα θέματα. Ποιος την αντιπροσωπεύει είναι ένα θέμα πολύπλοκο κι εξαρτάται από τα θέματα που συζητιούνται κάθε φορά, την λεπτή πολιτική που παίζει σε  μια δεδομένη χρονική στιγμή,  και φυσικά,  των προσωπικών αντιπαλοτήτων εκείνων που διεκδικούν να την εκπροσωπήσουν.

Ως αποτέλεσμα, η έλλειψη σαφής κυριαρχίας αφήνει την Ευρώπη άμορφη και εκτεθειμένη με την ατελή αρχιτεκτονική της Ένωσης να  βρίσκεται στο επίκεντρο του προβλήματος. Κι ενώ οι ατέλειες της ΕΕ εκτίθενται εμφανέστατα όταν συνδιαλέγεται η ΕΕ με τρίτους, όπως είδαμε στην Τουρκία την περασμένη εβδομάδα, η ατελής αρχιτεκτονική επιβαρύνει την λειτουργία της και στο εσωτερικό της.

Για κάθε κρίση που αντιμετωπίζουμε, η απάντηση είναι «περισσότερη Ευρώπη». Ως πολιτική αντιμετώπισης της χρηματοπιστωτικής κρίσης,  δημιουργήσαμε την τραπεζική ένωση και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας ως ύστατο δανειστή. Επίσης, επιταχύναμε το επίπεδο της μακροοικονομικής εποπτείας κι υιοθετήσαμε αντισυμβατικά  μέτρα νομισματικής πολιτικής για να  επιτρέψουμε σε όλα τα μέλη της ευρωζώνης να δανείζονται στις χρηματοπιστωτικές αγορές, σαν να ήταν ένα.

Στην πανδημική κρίση, συμφωνήσαμε να  εκδώσουμε χρέος από κοινού, ακόμη και αν αυτό το χρέος είναι μικρό σε μέγεθος και το μέτρο προσωρινό. Παρείχαμε μια σειρά εργαλείων για την υποστήριξη των δαπανών που σχετίζονται με  θέματα υγείας και τη διατήρηση της απασχόλησης. Καταφέραμε επίσης να χρηματοδοτήσουμε την ανάπτυξη εμβολίων και να τα προμηθευτούμε όλοι μαζί ως ένας και όχι ως ξεχωριστές χώρες με διαφορετικά μέσα και διαφορετική επιρροή. Αυτά είναι μικρά θαύματα αν τα δει κανείς μέσα από τον αργό ρυθμό ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Αλλά πιο σημαντικό από ό,τι «περισσότερη Ευρώπη» ως απάντηση σε κάθε πρόβλημα, είναι η δυνατότητα για “μία Ευρώπη”: ομόφωνη με ξεκάθαρη διοίκηση. Από τις διαπραγματεύσεις για το Brexit, έως  τις εμπορικές συμφωνίες, τη ρύθμιση των μεγάλων ψηφιακών εταιριών και την προμήθεια εμβολίων,  η «μία Ευρώπη» μπορεί αποδεδειγμένα  να ασκήσει εξουσία για την εξυπηρέτηση των συμφέρων της.

Και ενώ στην εξωτερική εκπροσώπηση η έλλειψη “μία Ευρώπης” εκδηλώνεται ως έλλειψη ομοφωνίας, εσωτερικά εκδηλώνεται ως διάσπαση εξουσίας που θέτει σε κίνδυνο τη συνέπεια στις πολιτικές που ακολουθούνται.

Ως παράδειγμα, ας δούμε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), που φροντίζει την σταθερότητα των τιμών στη ζώνη του ευρώ. Σε εθνικό πλαίσιο, στην σχέση εντολέα-εντολοδόχου η κεντρική τράπεζα είναι ο εντολοδόχος με το υπουργείο οικονομικών να είναι ξεκάθαρα ο εντολέας. Αυτό παρέχει σαφήνεια σχετικά με το ποια είναι η εντολή, ποια είναι τα όρια μέσα στα οποία πρέπει να κινείται και καθορίζει τη γραμμή λογοδοσίας. Ο εντολέας αναθέτει στην Κεντρική Τράπεζα μια εντολή και αξιολογεί κατά πόσον αυτή επιτυγχάνεται.

Δεσμευμένη από την διεθνή συνθήκη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει μεν σαφή εντολή αλλά από ποιον  εντολέα; Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διορίζεται  από  ένα σύνολο θεσμικών οργάνων, λογοδοτεί (ακόμα και χωρίς να την δεσμεύει επίσημα η Συνθήκη) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και μπορεί να απορριφθεί μόνο από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ωστόσο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν αξιολογεί πόσο καλά εκπληρώνει η ΕΚΤ την εντολή της αν πάσα στιγμή, εκτός εάν της παραπεμφθεί υπόθεση. Αυτός ο τρόπος διοίκησης αγνοεί το σημαντικότατο ρόλο της λογοδοσίας μεταξύ εντολέα κι εντολοδόχου.

Η ΕΚΤ έχει αποδείξει έμπρακτα την ικανότητά της να ασκεί εξουσία με το να παρεμβαίνει και να κάνει «ό,τι χρειάζεται» σε δύσκολες περιστάσεις. Αλλά το κάνει αυτό με τρόπους που μπορούν να ερμηνευθούν ότι αντισταθμίζουν το έλλειμμα των αποφάσεων που θα έπρεπε να λαμβάνουν άλλες μονάδες πολιτικής στην Ευρώπη. Με αυτόν τον τρόπο, φυσικά, αποφεύγει την παγίδα της αδράνειας,  αλλά αναλαμβάνοντας μια ολοένα-αυξανόμενη διακριτική ευχέρεια, διατρέχει τον κίνδυνο να θέσει σε κίνδυνο την πολιτική της νομιμότητα. Ποιος ελέγχει αυτή τη διακριτική εξουσία, αν όχι ο εντολέας; Και σε τελική φάση ποιος είναι αυτός ο εντολέας;

Το ίδιο πρόβλημα ύπαρξης σαφούς εντολέα περιορίζει τις φιλοδοξίες της ΕΕ να γίνει το ευρώ νόμισμα παγκόσμιας εμβέλειας. Ως νόμισμα μιας μεγάλης ενιαίας αγοράς, το ευρώ είναι ένας φυσικός υποψήφιος να αντικαταστήσει τον τωρινό νομισματικό ηγεμόνα, το δολάριο. Ωστόσο, ένα νόμισμα είναι τόσο ελκυστικό όσο η προθυμία του υποκείμενου κράτους  να το υποστηρίξει. Η ΕΕ είναι το άθροισμα  27 ηγεμόνων που διαφωνούν ανοιχτά για το τι θέλουν από αυτήν, πιο πρέπει να είναι το  επίπεδο φιλοδοξίας της και πόσες αποφάσεις πρέπει να παίρνονται κεντρικά. Ένας τρίτος που κοιτάζει την Ευρώπη από έξω μπορεί κάποτε να ξαφνιάζεται από τον βαθμό στον οποίο μπορούν οι χώρες να διαφωνούν. Αυτό και μόνο σκοτώνει κάθε πιθανότητα παγκόσμιας υπεροχής για το ευρώ.

Οι πιο πρόσφατες ασυνέπειες προέρχονται από έναν απρόσμενο σώμα, το δικαστικό, που έχει θέσει υπό αμφισβήτηση ποια δικαστήρια έχουν υπεροχή, τα ευρωπαϊκά ή τα εθνικά, σχετικά με την ερμηνεία του Ευρωπαϊκού δικαίου.  Αυτή η έλλειψη σαφήνειας έχει απειλήσει τη νομιμότητα των αποφάσεων της ΕΚΤ, πέραν των ζητημάτων διακριτικής ευχέρειας που ανέφερα πιο πάνω, και απειλεί τώρα τη νομιμότητα του καινούριου οργάνου της ΕΕ, του ταμείου ανάκαμψης.

Και έτσι, η Ευρώπη συχνά αφήνεται να πλέει σε ένα πλοίο με πολλούς καπετάνιους. Σε ήρεμες θάλασσες, το πλοίο πλέει, αλλά όταν οι παραμικροί άνεμοι μας θέτουν εκτός πορείας, δεν είναι εύκολο να το οδηγήσουμε.

Δεν τίθεται θέμα τόσο για περισσότερη ή λιγότερη Ευρώπη όσο τίθεται για “μία Ευρώπη” με σαφή διοίκηση. Γιατί αλλιώς, μια “λίγο-πολύ Ευρώπη” είναι μια πρόσκληση για να πάρει κανείς το δικό του δρόμο.

Η Μαρία Δεμερτζή είναι υποδιευθύντρια στο ινστιτούτο Bruegel 

Money Review