ΑΠΟΨΕΙΣ

Το ασφαλιστικό και οι επιδόσεις που δεν έρχονται

Οι θέσεις που ακολουθούν προέρχονται από το πρόσφατο βιβλίο μου «Ασφαλιστικό, Ανάπτυξη, Μακροοικονομία: οι διασυνδέσεις» (εκδ. Πατάκη). Σε αυτό, πρόθεσή μου δεν ήταν να εξετάσω την εξέλιξη του ασφαλιστικού ή τις δήθεν μεταρρυθμίσεις που δεν έγιναν ποτέ, αλλά γιατί το πρόβλημα παραμένει σε οξυμμένη μορφή, ενώ ταυτόχρονα σχετίζεται με «επιδόσεις που δεν έρχονται» (ικανοποιητικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, μείωση ανεργίας και φόρων, αύξηση επενδύσεων, μείωση ελλειμμάτων και δημόσιου χρέους, θέματα φτώχειας). Είναι σημαδιακό, ότι η συζήτηση για το ασφαλιστικό έχει φύγει από το προσκήνιο, καθώς κανείς δεν θέλει να πει για το θέμα οτιδήποτε. 

Πώς επηρέασε και επηρεάζει το ασφαλιστικό τις συνολικότερες οικονομικές επιδόσεις της χώρας; Μέσα από επτά, κυρίως, μηχανισμούς: τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος, τους αυξημένους φόρους, την αποταμίευση και τις επενδύσεις, την ύφεση, την ανεργία και τη φυγή στο εξωτερικό και τη διόγκωση της παραοικονομίας. Ειδικότερα:

–        Οι δημόσιες δαπάνες για συντάξεις έχουν αυξηθεί από 6,4 δισεκ. ευρώ το 2000 σε περίπου 18 δισεκ. ευρώ το 2018/9. 

–        Οι συνταξιοδοτικές δαπάνες που κάλυψε ο προϋπολογισμός στη δεκαετία 2000-2009 έφτασαν τα 126 δισεκ. ευρώ, ενώ στο ίδιο διάστημα η συνολική αύξηση του δημόσιου χρέους ήταν  173 δισεκ. ευρώ (αντιπροσώπευαν το 73% της αύξησης αυτής). Για όλο το διάστημα 2000-2018 οι δημόσιες δαπάνες στο ασφαλιστικό σύστημα έφτασαν τα 288 δισεκ. ευρώ, έναντι αύξησης του δημόσιου χρέους κατά 200 δισεκ. ευρώ. Δημοσιονομικά ελλείμματα και δημοσιονομικό χρέος οδήγησαν στη μεγάλη κρίση και έπληξαν την καρδιά της ανάπτυξης. 

–        Καθώς μετά το 2010 η προσφυγή στα εξωτερικά (και σε εσωτερικά) δάνεια πρακτικά διακόπηκε, η χρηματοδότηση του ασφαλιστικού έγινε με μια σοβαρή διόγκωση των φόρων στα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα, με αύξηση κατά +770 χιλ. του αριθμού των φορολογούμενων, με μια σοβαρή συρρίκνωση των επενδύσεων (60% σε σχέση με το 2008), με μια επίσης σοβαρή περικοπή των  κοινωνικών δαπανών για άνεργους και υγεία (κατά 30% και 40%) και για αμυντικές δαπάνες. 

–        Σημειώθηκαν σοβαρές ανακατατάξεις στις πληθυσμιακές κατηγορίες που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας, με τη χειρότερη θέση να έχουν οι ηλικίες κάτω των 29 ετών και τα παιδιά, και, ακολούθως, τα ηλικιακά κλιμάκια κάτω των 65 ετών, και την καλύτερη οι ηλικίες πάνω από 65 ετών. 

–        Ως αποτέλεσμα της προσπάθειας να αποφύγουν οι εργαζόμενοι τις αυξημένες φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, και μάλιστα με συμπιεσμένο εισόδημα, διογκώθηκε η παραοικονομία, η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή. Γύρω στα 500 χιλιάδες πρόσωπα οδηγήθηκαν σε φυγή στο εξωτερικό. Το αποτέλεσμα είναι να επιτείνεται το βάρος όσων πληρώνουν πράγματι φόρους. 

–        Οι επενδύσεις, όλα αυτά τα χρόνια, είναι  κατά 60% χαμηλότερα από ότι πριν την κρίση. Επιπλέον, έχει μειωθεί σοβαρά η αποταμίευση και έχει αυξηθεί η κατανάλωση. Το τρίπτυχο αποταμίευση-κατανάλωση-επενδύσεις, που αποτελεί τον κεντρικό μοχλό της αναπτυξιακής μας διαδικασίας, βρίσκεται στο χειρότερο σημείο όλης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Η ελληνική οικονομία, εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία έχει περάσει σε μια προβληματική τροχιά, στην οποία, πρακτικά, οι παραπάνω εξελίξεις αλληλοσυνδέονται και επηρεάζουν με αφανή –για τον μη εξειδικευμένο πολίτη- τρόπο την ανάπτυξη, τα μακροοικονομικά, το επίπεδο διαβίωσής του σήμερα και μελλοντικά. Με άλλα λόγια, το συνδυαστικό αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι  -ανεξάρτητα από την πανδημία- η οικονομία είναι «κουτσό άλογο». Το διαπιστώσαμε όλα τα χρόνια από το 2014 και μετά, ενώ το πλήγμα του 2020 επιδείνωσε σοβαρά την όλη κατάσταση. 

Το νέο στοιχείο είναι ότι, σήμερα, πλέον, το ασφαλιστικό δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο κίνδυνο. Αποτελεί τμήμα ενός συνολικότερου πλέγματος απειλών, η παρουσία των οποίων γίνεται όλο και εντονότερη, οι οποίες αλληλοεπηρεάζονται και συν-διαμορφώνουν την πραγματικότητα της τρέχουσας  δεκαετίας. Οι νέες διασυνδέσεις του ασφαλιστικού σχετίζονται με: 

–        Την κλιματική αλλαγή και ισχυρά μεταναστευτικά ρεύματα εξ αυτού, 

–        Τις περιοδικές ισχυρές μακροοικονομικές ανισορροπίες,  

–        Τη θεαματική γήρανση σε συνδυασμό με την υπογεννητικότητα, 

–        Την αύξηση των αναγκών σε θέματα αμυντικών δαπανών,

–        Οι ραγδαίες διεθνείς ανακατατάξεις στις νέες τεχνολογίες,

–        Θέματα ανισότητας, φτώχειας, και κοινωνικών εντάσεων.

Τελικά, το ερώτημα δεν είναι πού πάει το ασφαλιστικό, αλλά πού πάει η χώρα με τα σημερινά δεδομένα και με το ασφαλιστικό στη σημερινή κατάσταση. Πόση είναι η επίδραση του πρωτόγνωρα υψηλού ελλείμματός του; Γιατί συνεχώς πάμε λίγα βήματα εμπρός και πολλά πίσω; Τι κρατάει τη χώρα  κολλημένη στα ίδια; Νοοτροπίες, αντιλήψεις, συμπεριφορές, ιδεοληψίες; Φυσικά, δεν είναι μόνο το ασφαλιστικό που οδηγεί στις φτωχές αναπτυξιακές και μακροοικονομικές επιδόσεις μας. Υπάρχουν όμως ισχυρές διασυνδέσεις. 

Η επιλογή να αφήνουμε βασικά μας προβλήματα ανέγγιχτα (όχι μόνο στο ασφαλιστικό) και να γινόμαστε παθητικοί θεατές απειλητικών μάκρο-εξελίξεων δεν διαμορφώνει ένα καλύτερο αύριο. Διογκώνει το συλλογικό κόστος που συσσωρεύεται και δημιουργεί περιοδικά κρίσεις σε όλο το σύστημα. Το ότι η κοινωνία δεν μπορεί να συσχετίσει «τις επιδόσεις που δεν έρχονται» με τα αίτια που προκαλούν αυτό το αποτέλεσμα, δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Κάνει το πρόβλημα ακόμα πιο δύσκολο. 

Θα ρωτήσει κανείς, πώς μπορεί με τα χθεσινά και σημερινά δύσκολα δεδομένα να παρέμβει ξανά σε ένα τόσο επώδυνο πρόβλημα. Ίσως να πρέπει να σκεφτεί, ότι αφ’ ενός το πρόβλημα, εδώ και καιρό, είναι πολύ πιο επώδυνο για το ένα εκατομμύριο άνεργων, εκατοντάδες χιλιάδες υποαμειβόμενους σε μερική απασχόληση, για τα φτωχά νοικοκυριά, για το σύνολο της κοινωνίας, που προχωρά με αναιμικές επιδόσεις, αλλά κάθε τόσο οπισθοδρομεί με άλματα, και αφ’ ετέρου, ότι μάλλον δεν θα προκύψει καμία νέα στιγμή στα επόμενα χρόνια στην οποία το πρόβλημα θα είναι πιο εύκολο να αντιμετωπιστεί.

Ο Τάσος Γιαννίτσης είναι Ομοτ. καθηγητής Πανεπ/μίου Αθηνών, π. υπουργός

Money Review