ΑΠΟΨΕΙΣ

Το μέλλον του λαϊκισμού

Οι δημοκρατίες ηταν ευάλωτες στον λαϊκισμό απο την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Το φαινόμενο πρωτοεμφανίστηκε στα τέλη της δημοκρατικής περιόδου της αρχαίας Ρώμης, μετα τους Γράκχους, με την πολιτική φατρία των populares (φιλολαϊκών), που υποστήριζαν τα συμφέροντα των πληβείων, έναντι της φατρίας των optimates (φιλοαριστοκρατικών). Στην αρχαία Αθήνα o λαϊκισμός δεν μορφοποιήθηκε σε πολιτικές φατρίες αλλα εκφράστηκε απο τους δημαγωγούς, μετα τον θάνατο του Περικλή, που επιτάχυναν την πορεία της αθηναϊκής δημοκρατίας προς την παρακμή.

Ο λαϊκισμός γνωρίζει έξαρση όταν τα «αντισώματα» των δημοκρατιών είναι εξασθενημένα. Αυτο συμβαίνει ως επι το πλείστον σε περιόδους οικονομικής κρίσης, ή οικονομικού  μετασχηματισμού που δημιουργεί χαμένους και κερδισμένους. Στην σύγχρονη εποχή μια πρώτη έξαρση καταγράφεται κατα την μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του 1930. Ενα δεύτερο κύμα παρατηρείται μετα την δεκαετία του 1990, με την εδραίωση της παγκοσμιοποίησης, με αποκορύφωση την περίοδο μετα την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-09.

Το ζητούμενο των λαϊκιστών είναι το μέγιστο πολιτικό όφελος βραχυχρόνια άσχετα απο τις μακροχρόνιες οικονομικές συνέπειες των πολιτικών που εφαρμόζουν. Η πολιτική μυωπία εχει ομως κόστος που εχει εκτιμηθεί σε περιπου 1% χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης σε σχέση με τις μακροχρόνιες τάσεις μιας οικονομίας. Τυπικά παραδείγματα ηταν οι πολιτικές τόνωσης της ανάπτυξης με υπερδανεισμό, που εφαρμόστηκαν συχνά στην Λατινική Αμερική, και οδήγησαν σε ελλείμματα, υπερπληθωρισμό και κρίσεις. Η οικονομική πολιτική στην Ελλάδα την δεκαετία του 1980 είχε παρόμοιο αποτύπωμα, αν και απέφυγε την ανοικτή κριση κυρίως χάρη στις μεταβιβάσεις απο την Ευρώπη.

 

Χαρακτηριστικό «αφήγημα» του λαϊκισμού είναι η αντιπαράθεση προς τις «ελίτ» προς όφελος των «μη προνομιούχων» που υφίστανται τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, των κρίσεων και της «παγκόσμιας διακυβέρνησης». Οπως επισημαίνει ο Dani Rodrik, τα λαϊκιστικά κόμματα στοχοποιούν δυο βασικά ρήγματα στην κοινωνία. Απο την μια πλευρά το ρήγμα μεταξύ «των ελίτ» και της πλειοψηφίας· απο την άλλη, το ρήγμα μεταξύ της πλειοψηφίας και διαφόρων μειονοτήτων εθνικού, θρησκευτικού, ή και φυλετικού χαρακτήρα. Δημιουργούνται ετσι δυο μεταλλάξεις του λαϊκισμού. Η πρώτη εχει αριστερό πρόσημο και οικοδομεί την πολιτική της υπόσταση πάνω στο ρήγμα μεταξύ των «ελίτ» και της πλειοψηφίας. Η δεύτερη εχει δεξιό πρόσημο, εκμεταλλευόμενη ρήγματα μεταξύ της πλειοψηφίας και των μειονοτήτων όταν και όπου αυτά προκύπτουν.

Η παγκοσμιοποίηση επέφερε την είσοδο στη διεθνή αγορά εργασίας, μέσω του εμπορίου, 1 δις εργαζομένων χαμηλού κόστους απο την Κίνα και τις άλλες αναδυόμενες οικονομίες. Συμπιέστηκαν κατα συνέπεια οι μισθοί στις προηγμένες οικονομίες, αποδυναμώθηκαν τα συνδικάτα και οξύνθηκαν οι εισοδηματικές ανισοτητες. Οι κρίσεις έγιναν πιο συχνές, οδηγώντας σε λιτότητα που επέτεινε τις ανισότητες. Οι μεταναστευτικές ροές ενισχύθηκαν σημαντικά, με τους μετανάστες να φθάνουν το 3,5% του παγκόσμιου πληθυσμού το 2019 απο 2,3% πριν το 1990.

Η συμπίεση του εισοδήματος της εργασίας και οι κρίσεις τροφοδότησαν τον λαϊκισμό της αριστεράς, ιδίως στην Λατινική Αμερική, αλλα και στη Νότια Ευρώπη μετα την κρίση χρέους της ευρωζώνης. Στοχοποιήθηκαν κυρίως οι «ελίτ», οι τράπεζες και η τεχνοκρατία διαχείρισης των κρίσεων. Στην υπόλοιπη Ευρώπη ομως ηταν εμφανέστερη η άνοδος του λαϊκισμού της δεξιάς, στοχοποιώντας κυρίως τις μειονότητες, εκμεταλλευόμενη το ρήγμα που δημιουργησε η μαζική μετανάστευση. Στις ΗΠΑ ευδοκίμησαν και οι δυο εκδοχές του λαϊκισμού, οπως απέδειξε η εκλογή Τραμπ το 2016 αλλα και η ενίσχυση της αριστερής πτέρυγας των δημοκρατικών με τον Σάντερς.

Τα οικονομικά αίτια που ευνόησαν την άνοδο του λαϊκισμού υφίστανται ομως αλλαγές λόγω της σταδιακής αύξησης των εισοδημάτων και της γήρανσης του πληθυσμού στις αναδυόμενες οικονομίες. Στην Κίνα ο εργάσιμος πληθυσμός (25-64 ετών) αναμένεται να μειωθεί κατα 142 εκατομμύρια μέχρι το 2050. Οι C.A.E Goodhart και M. Pradham προβλέπουν οτι η αναστροφή των δημογραφικών τάσεων στις αναδυόμενες οικονομίες θα αποσυμπιέσει το μισθολογικό κόστος στις προηγμένες οικονομίες και θα συμβάλλει στην άμβλυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων.

Ταυτόχρονα ομως οι φτωχές χώρες θα γνωρίσουν πληθυσμιακή έκρηξη. O OHE προβλέπει οτι ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας στην Υποσαχάρια Αφρική θα εκτιναχθεί κατα 530 εκατομμύρια μέχρι το 2050 και στην Βόρεια Αφρική κατα 68 εκατομμύρια. Καθως η μεταποίηση είναι ατροφική στις χωρες αυτές θα υπάρξει πιθανά μεγάλη ενίσχυση των μεταναστευτικών ροών, ιδιαίτερα προς την Ευρώπη, όπου ο εργάσιμος πληθυσμός θα μειωθεί κατα 70 εκατομμύρια την ίδια περίοδο.

Αν διακινδυνεύαμε μια πρόβλεψη θα λέγαμε οτι η αποσυμπίεση του μισθολογικού κόστους και η άμβλυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων δεν θα είναι καλά νέα για την αριστερή εκδοχή του λαϊκισμού. Το εκκρεμές θα κλείνει ενδεχομένως πάλι προς την σοσιαλδημοκρατία, που αποτελεί τον συμβατικό πυλώνα στήριξης των συμφερόντων των εργαζομένων. Αντίθετα ομως η πιθανή ενίσχυση των μεταναστευτικών ροών θα πριμοδοτήσει τον δεξιόστροφο λαϊκισμό, με κίνδυνο εντονότερων εθνικιστικών εξάρσεων. Κρίσιμος θα είναι ο ρόλος των συντηρητικών κομμάτων για την περιχαράκωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, που εγγυάται τα δικαιώματα των μειονοτήτων, σε περαιτέρω άνοδο της δεξιάς μετάλλαξης του λαϊκισμού. Θα χρειαστεί ίσως επίσης γενναία μεταφορά πόρων στις χώρες που θα γνωρίσουν δημογραφική έκρηξη ωστε η επιτόπια δημιουργία απασχόλησης να μετριάσει τις μεταναστευτικές ροές.

 

Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι Οικονομολόγος, Πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α.

Money Review