ΑΠΟΨΕΙΣ

Πώς γίνονται οι πλούσιοι πλουσιότεροι;

Ο πλούτος των νοικοκυριών (περιουσιακά στοιχεία μείον δάνεια) δεν είχε μετρηθεί συστηματικά μέχρι πρόσφατα. Από τις μετρήσεις αυτές προκύπτει ότι ο πλούτος δεν είναι μόνο πιο συγκεντρωμένος απ’ ό,τι το εισόδημα, αλλά αυξάνεται και με μεγαλύτερο ρυθμό από αυτό. Το 2018, το πλουσιότερο 10% κατείχε το 77-78% του συνολικού πλούτου των νοικοκυριών στις ΗΠΑ. Το 1989 το ίδιο ποσοστό κατείχε το 67-68% του πλούτου. Το 1980, οι πάμπλουτοι των ΗΠΑ (κορυφαίο 1%) είχαν κατά μέσον όρο πλούτο 60πλάσιο του μέσου εισοδήματος, ενώ το 2020 ο μέσος πλούτος τους είχε φτάσει το 200πλάσιο του μέσου εισοδήματος.

Στην Ευρωζώνη ως σύνολο, όπου η συγκέντρωση των στοιχείων ξεκίνησε μαζί με την δημοσιονομική κρίση, η συγκέντρωση του πλούτου είναι κάπως μικρότερη αλλά αυξανόμενη. Το ποσοστό του συνολικού πλούτου στα χέρια του πλουσιότερου δεκατημορίου ήταν 52% το 2017, μιάμιση ποσοστιαία μονάδα μεγαλύτερο από το 2010 (οπότε το αντίστοιχο ποσοστό στις ΗΠΑ ήταν γύρω στο 73%).

Η Ελλάδα παρουσιάζει μικρότερη συγκέντρωση πλούτου, αν και η δημοσιονομική κρίση την αύξησε. Το 2017, η Ελλάδα έχει τη μικρότερη συγκέντρωση πλούτου απ’ όλες τις χώρες της κρίσης (41,3%), με επόμενη την Ιταλία (43,4%) και κορυφαία την Κύπρο (62,1%). Η Γερμανία, η Ολλανδία και η Αυστρία βρίσκονται λίγο πάνω από το 55%. Η αύξηση της συγκέντρωσης του πλούτου μέσα στην κρίση ήταν σημαντική. Το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού της Ελλάδος είχε στα χέρια του 38,8% του πλούτου το 2009 και 42,4% το 2014/5. Αν συγκρίνουμε το πάνω με το κάτω μισό του πληθυσμού στην κατανομή του πλούτου, το πάνω μισό κατείχε το 90% του συνολικού πλούτου το 2017, αφήνοντας 10% για το άλλο μισό. Αυτή η συγκέντρωση πλούτου είναι μόνο λίγο μικρότερη από την Ευρωζώνη ως σύνολο, όπου ανέρχεται στο 94,7% του πλούτου.

Η συγκέντρωση του πλούτου και η ανοδική της τάση έχουν πυροδοτήσει ερευνητική δραστηριότητα διεθνώς. Το σημαντικότερο δίδαγμα από την πολύ πρόσφατη έρευνα είναι ότι οι μεταβολές στο μερίδιο των πλουσίων εξηγούνται κυρίως από τις αποδόσεις στις επενδύσεις τους. Οι πλουσιότεροι αναμένουν και καταφέρνουν να κερδίσουν περισσότερα σε αναλογία με αυτά που επενδύουν, τόσο σε καταθέσεις, μετοχές και αμοιβαία κεφάλαια, όσο και σε κατοικίες, άλλη ακίνητη περιουσία και ιδιωτικές (μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο) επιχειρήσεις. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για μια γενιά, αλλά επεκτείνεται σε μεγάλο (αν και όχι απόλυτο βαθμό) και στην επόμενη. Αν οι πλουσιότεροι και οι λιγότερο πλούσιοι επένδυαν τα ίδια ποσά, τότε οι πρώτοι θα κέρδιζαν συστηματικά περισσότερα, θα είχαν μικρότερο κόστος δανείων και θα μετέφεραν ένα σημαντικό ποσοστό αυτής της ικανότητας υπεροχής σε αποδόσεις (γύρω στο 60%) και στα παιδιά τους. Φυσικά, υπάρχει και διασπορά αυτών των αποδόσεων όταν συγκρίνουμε άτομα στο ίδιο επίπεδο πλούτου, και αυτή η διασπορά αυξάνεται με το επίπεδο του πλούτου: οι πιο πλούσιοι τείνουν να επενδύουν αρκετά σε ιδιωτικές επιχειρήσεις με μεγάλο ρίσκο και οι αποδόσεις τους διαφέρουν μεταξύ τους.

Αυτά τα νέα ευρήματα είναι σημαντικά για την διαδικασία κοινωνικής πόλωση. Οι πλουσιότεροι ξεκινούν σε πιο προχωρημένη θέση στην κατανομή του πλούτου και με γρηγορότερο όχημα από τους υπόλοιπους. Φυσικά, το όχημα μπορεί να πάθει κάτι και να καθυστερήσουν ή και να εκτροχιασθούν, αλλά αναμένουν και τείνουν να αυξάνουν την απόστασή τους σε πλούτο από κάποιον που ξεκίνησε με λιγότερα, καθώς και το μερίδιο του συνολικού πλούτου που κατέχουν.

Οι διαφοροποιήσεις ανάλογα με το επίπεδο εκπαίδευσης είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Αν εξετάσουμε τα στοιχεία των ΗΠΑ, που εκτείνονται σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, βλέπουμε ότι αυτοί που έχουν τουλάχιστον πτυχίο πανεπιστημίου έχουν αυξήσει σημαντικά το ποσοστό του συνολικού πλούτου των νοικοκυριών που διακατέχουν, από περίπου 50% το 1989 σε 70% το 2020. Έρευνες στις ΗΠΑ και Νορβηγία δείχνουν ότι οι πιο μορφωμένοι έχουν μεγαλύτερες αποδόσεις στις επενδύσεις τους. Σε ερευνητική εργασία, που διεξάγουμε τώρα με συνεργάτες μου πάνω σε Σουηδικά στοιχεία, εντοπίζουμε έναν παράγοντα που επιτείνει την συγκέντρωση του πλούτου, πέρα από την διαφορά σε αποδόσεις: όταν κάποιος με πανεπιστημιακή εκπαίδευση εκτίθεται σε μεγαλύτερη ανισότητα πλούτου στην αρχή της οικονομικής του ζωής, τότε έχει αυξημένη τάση να αναλαμβάνει ρίσκο επενδύοντας σε μετοχές, κατοικία και ιδιωτική επιχείρηση 15-20 χρόνια αργότερα και τείνει να επιτύχει μεγαλύτερο πλούτο και καλύτερη θέση στην κατανομή του πλούτου (ανάμεσα στους συνομηλίκους του). Αυτή η σχέση με την έκθεση σε ανισότητα, όμως, δεν παρατηρείται για τους λιγότερο μορφωμένους ή σε περιοχές με κοινωνική στασιμότητα. Έκθεση σε μεγαλύτερη ανισότητα πλούτου οδηγεί μόνο τους μορφωμένους σε ανώτερα επίπεδα πλούτου, αυξάνοντας τις κοινωνικές αποστάσεις.

Οι πλουσιότεροι και πιο μορφωμένοι, λοιπόν, αυξάνουν το μερίδιο του συνολικού πλούτου που κατέχουν, κυρίως διότι επιτυγχάνουν συστηματικά μεγαλύτερες αποδόσεις στα περιουσιακά τους στοιχεία. Επιπρόσθετα, η έκθεση σε μεγαλύτερη ανισοκατανομή στην αρχή της καριέρας οδηγεί τους πιο μορφωμένους σε μεγαλύτερη ανάληψη ρίσκου και μεγαλύτερο πλούτο. Και για τους δύο λόγους, η ανισοκατανομή του πλούτου οδηγεί σε μελλοντική αύξηση της. Η κατανόηση και ερμηνεία των αποτελεσμάτων αυτών έχουν σημασία για την χάραξη οικονομικής και εκπαιδευτικής πολιτικής ενάντια στην κοινωνική πόλωση. Θα επανέλθουμε.

 

*Ο Μιχάλης Χαλιάσος είναι κάτοχος της Έδρας Μακροοικονομικών και Χρηματοοικονομικής στο Πανεπιστήμιο Γκαίτε της Φραγκφούρτης, διευθυντής του πανευρωπαϊκού δικτύου του CEPR για τη χρηματοοικονομική συμπεριφορά των νοικοκυριών και σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τα περιουσιακά στοιχεία των νοικοκυριών.

Money Review