ΑΠΟΨΕΙΣ

Μπορεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί η συγκέντρωση του πλούτου;

Στις 17/2/21, είχαμε παρουσιάσει αποτελέσματα πρόσφατων ερευνών, που δείχνουν ότι όσο πιο πλούσιος είναι κανείς, τόσο μεγαλύτεροι τείνουν να είναι οι αναμενόμενοι και πραγματοποιούμενοι ρυθμοί απόδοσης στις επενδύσεις του, οδηγώντας στην αυξανόμενη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια των πλουσιότερων. Είδαμε επίσης αποτελέσματα πρόσφατης έρευνας με συνεργάτες μου, ότι η έκθεση στην αρχή της καριέρας σε μεγαλύτερη ανισότητα πλούτου ενισχύει την τάση των πτυχιούχων να επενδύουν σε μετοχές, κατοικία και ιδιωτικές επιχειρήσεις, βελτιώνοντας την θέση τους στην κατανομή του πλούτου και αυξάνοντας την απόσταση από μη πτυχιούχους. Σήμερα εμβαθύνουμε στις αιτίες και στο τι υποδηλώνουν αυτές ως προς τη χάραξη πολιτικής του κράτους με σκοπό την αποφυγή της κοινωνικής πόλωσης και των πολλών επακολούθων της.

Γιατί οι πλουσιότεροι τείνουν να έχουν μεγαλύτερους ρυθμούς απόδοσης στις επενδύσεις και αποταμιεύσεις τους; Έχουν μεγαλύτερες επενδυτικές και επιχειρηματικές ικανότητες ή τείνουν να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο κίνδυνο (ρίσκο) και ανταμείβονται γι’ αυτό; Τα συμπεράσματα των πρόσφατων ερευνών διίστανται. Μια ομάδα βρίσκει ότι οι υψηλότερες αποδόσεις των πλουσιότερων εξηγούνται κυρίως από την τάση τους να αναλαμβάνουν μεγαλύτερους επενδυτικούς κινδύνους και θεωρεί αυτές τις αποδόσεις ως επακόλουθη ανταμοιβή. Άλλη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μεγάλο ποσοστό της συστηματικής διαφοράς σε αποδόσεις οφείλεται σε μόνιμα ορατά χαρακτηριστικά, όπως η εκπαίδευση, αλλά και σε μη παρατηρήσιμους παράγοντες, όπως το «επιχειρηματικό δαιμόνιο», ή μια έμφυτη ικανότητα διαχείρισης οικονομικών δραστηριοτήτων και υποχρεώσεων.

Αυτές οι δύο ερμηνείες μάς οδηγούν σε πολύ διαφορετικά συμπεράσματα, τόσο για την δυνατότητα όσο και για την αναγκαιότητα παρέμβασης στην προοδευτική συσσώρευση του πλούτου. Μια πιθανή ανάγνωση της πρώτης θέσης είναι ότι οι μεγαλύτερες αποδόσεις αποτελούν ανταμοιβή των πλουσιότερων για την προθυμία τους να αναλάβουν επενδυτικό ρίσκο. Μια βαθύτερη ερμηνεία, όμως, θα προσπαθούσε να διακρίνει ανάμεσα στην προθυμία και στην δυνατότητα των πλουσίων να αναλάβουν ρίσκο. Έχουμε αρκετές μελέτες που δείχνουν ότι οι πλουσιότεροι έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να αναλάβουν κινδύνους, διότι αυτό που διακινδυνεύουν είναι κυρίως είδη πολυτελείας ή το ποσόν που θα κληροδοτήσουν στους απογόνους τους, παρά είδη πρώτης ανάγκης ή την δική τους κατανάλωση. Επίσης, οι πλουσιότεροι τείνουν να ενδιαφέρονται περισσότερο από άλλους για την κοινωνική τους θέση (status) και αυτό τους ωθεί στο να επενδύουν αρκετά σε ιδιωτικές επιχειρήσεις (στις οποίες απασχολούνται πολλές φορές και οι ίδιοι), ώστε σε περίπτωση επιτυχίας να αυξήσουν τον δικό τους πλούτο έναντι αυτού των άλλων. Αν η κινητήρια δύναμη για την ανάληψη κινδύνου είναι το status και όχημα το ότι οι πλουσιότεροι διακινδυνεύουν πράγματα λιγότερο σημαντικά για εκείνους, τότε η αντιμετώπιση των μεγαλύτερων αποδόσεων ως δίκαιης «ανταμοιβής» είναι λιγότερο προφανής.

Τα αποτελέσματα της δεύτερης ομάδας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι πιο μορφωμένοι και οι πιο ικανοί επιτυγχάνουν μεγαλύτερες αποδόσεις, ενώ τα δικά μας δείχνουν ότι οι πιο μορφωμένοι αντιδρούν στην μεγαλύτερη ανισότητα με τρόπο που αυξάνει την απόστασή τους από τους λιγότερο μορφωμένους. Μια πρώτη ανάγνωση της συσχέτισης πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με μεγαλύτερες αποδόσεις θα οδηγούσε κάποιους σε προτάσεις για αύξηση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Αυτό προϋποθέτει, όμως, ότι η εκπαίδευση καθαυτή προκαλεί την αύξηση του πλούτου. Τρέχουσες έρευνες με Νορβηγικά στοιχεία υποδηλώνουν ότι η συσχέτιση εκπαίδευσης με αποδόσεις οφείλεται σε έναν τρίτο, μη παρατηρήσιμο, παράγοντα: την έμφυτη ικανότητα σκέψης, αντιμετώπισης προβλημάτων, οργάνωσης και ανάλυσης πληροφοριών, που συντελεί ώστε κάποιος να καθίσταται και πιο μορφωμένος και πιο ικανός να επιτύχει μεγαλύτερες αποδόσεις. Άλλοι ερευνητές στις ΗΠΑ βρίσκουν ανεξάρτητα ότι γενετικοί δείκτες τείνουν να εξηγούν τόσο την εκπαίδευση όσο και το επίπεδο του πλούτου που έχει συσσωρεύσει κάποιος μέχρι να συνταξιοδοτηθεί και συντελούν στο να επενδύει κανείς σε μετοχές και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Αν οι πλούσιοι, λοιπόν, γίνονται πλουσιότεροι είτε διότι έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες να αντιμετωπίσουν τους επενδυτικούς κινδύνους και ενδιαφέρον να τους αναλάβουν είτε διότι έχουν μεγαλύτερες έμφυτες ικανότητες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, τι μπορεί να κάνει η Πολιτεία για τους υπόλοιπους; Μια προσέγγιση είναι να φορολογήσει τους πλουσιότερους και να αναδιανείμει τον καθαρό πλούτο (wealth tax). Πολύ λίγες χώρες  του ΟΟΣΑ εξακολουθούν να το κάνουν αυτό (Ελβετία, Ισπανία, Νορβηγία), κυρίως λόγω προβλημάτων μέτρησης και των αντικινήτρων που δημιουργεί. Σε μια χώρα όπως η δική μας, που αγωνίζεται να δημιουργήσει παραγωγική βάση και προϋποθέσεις βιώσιμης ανάπτυξης, η δημιουργία αντικινήτρων θα είχε ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.

Με βάση τη σύγχρονη έρευνα, όμως, διανοίγεται μια διαφορετική προοπτική για την αποτροπή της κοινωνικής πόλωσης: η παροχή ουσιαστικών δυνατοτήτων και στήριξης στους λιγότερο πλούσιους και μορφωμένους, ώστε να κάνουν χρηματοοικονομικές επιλογές με υψηλότερες αποδόσεις και να διαχειρίζονται το ρίσκο χωρίς να καταστρέφονται από αυτό. Ανεξάρτητα από το αν οι δυσκολίες επίτευξης μεγάλων αποδόσεων οφείλονται κυρίως σε μειωμένες έμφυτες δεξιότητες ή περιορισμένη δυνατότητα διαχείρισης κινδύνου, το ζητούμενο είναι πώς θα στηρίξουμε και θα βελτιώσουμε τις προοπτικές των ευπαθέστερων ομάδων, ώστε να μη μείνουν πίσω ενώ άλλοι θα συσσωρεύουν ακόμη περισσότερα κομμάτια της συνολικής πίτας του πλούτου. Και αυτό παραπέμπει σε μια πολύπλευρη πολιτική, που θα περιλαμβάνει οικονομική εκπαίδευση και ενημέρωση, παροχή και ρύθμιση αξιόπιστων χρηματοοικονομικών συμβουλών, απλούστερα και ευρέως διαθέσιμα χρηματοοικονομικά προϊόντα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και δημιουργία προϋποθέσεων στήριξης των ευπαθών ομάδων στην διαχείριση των κινδύνων που συνεπάγονται οι μεγαλύτερες αποδόσεις.

 

Ο Μιχάλης Χαλιάσος είναι κάτοχος της Έδρας Μακροοικονομικών και Χρηματοοικονομικής στο Πανεπιστήμιο Γκαίτε της Φραγκφούρτης, διευθυντής του πανευρωπαϊκού δικτύου του CEPR για τη χρηματοοικονομική συμπεριφορά των νοικοκυριών και σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τα περιουσιακά στοιχεία των νοικοκυριών.

Money Review