ΑΠΟΨΕΙΣ

Λίγο κρασί, λίγη θάλασσα και το 5G μου

Διαβάζω σε πρόσφατο άρθρο του Forbes, με τίτλο «Ο πόλεμος για τους ψηφιακούς νομάδες φουντώνει», μαρτυρίες ανθρώπων που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα και συνεχίζουν να εργάζονται, απομακρυσμένα και με ψηφιακά εργαλεία, στις κανονικές τους θέσεις, στις χώρες από τις οποίες ήρθαν. Πχ την μαρτυρία ενός Γερμανού συμβούλου μάνατζμεντ, ο οποίος «πάνω από ένα ποτήρι ρακί σε ένα χωριό στην Κρήτη» εξηγεί ότι είναι πολύ πιο ωραία να ζει στην Ελλάδα απ’ ότι στο Λονδίνο όπου και η εταιρεία για την οποία εργάζεται. Ακολουθούν ιστορίες για έναν διευθυντή market relations σε μια μεγάλη επιχείρηση λιανικής στην Νέα Υόρκη, ο οποίος εγκαταστάθηκε και εργάζεται από την Ελλάδα λόγω Covid-19, και μίας υπεύθυνης έκδοσης διεθνούς περιοδικού που εργάζεται από διάφορα μέρη του κόσμου και λέει ότι θα εγκατασταθεί στην Ελλάδα λόγω των πρόσφατα θεσπισμένων φοροαπαλλαγών. 

Το άρθρο, με αφορμή τα φορολογικά κίνητρα που νομοθετήθηκαν πρόσφατα για όσους ξένους μετεγκαθίστανται στην Ελλάδα (ο μισός φόρος εισοδήματος για επτά χρόνια), παρουσιάζει τoν στρατηγικό στόχο της κυβέρνησης να γίνει η χώρα μας ελκυστικός προορισμός για τους όλο και περισσότερους «ψηφιακούς νομάδες», τους εργαζόμενους της οικονομίας της γνώσης δηλαδή, για τους οποίους ο τόπος εργασίας δεν περιορίζει τον τόπο διαμονής. Το περιοδικό μάλιστα θεωρεί ότι η Ελλάδα άργησε να τοποθετηθεί σε έναν «νέο πόλεμο Βορρά – Νότου για την προσέλκυση ταλέντου».

Είναι αλήθεια ότι η εμπειρία της πανδημίας έδειξε σε πολλές επιχειρήσεις, ότι με τα σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία συνεργασίας, η τηλε-εργασία όχι μόνο μπορεί να είναι αποδοτική αλλά συχνά μπορεί να έχει και σημαντικά πλεονεκτήματα. Και είναι σίγουρο ότι μετά την εμπειρία αυτή δεν θα ξαναγυρίσουν ολοκληρωτικά στις παλιές μεθόδους οργάνωσης. Έτσι είναι ίσως κατανοητό το ότι αυτό το στόρυ των ψηφιακών νομάδων γοητεύει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, σε τέτοιο βαθμό που ακούστηκε ακόμα και ως ένα από τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που θα φέρει η δημιουργία από την Microsoft στην Ελλάδα ενός data centre. Ανεξάρτητα από την πραγματική επίδραση στην οικονομία, το θέμα αυτό είναι σημαντικό και συμβολικά – ή μάλλον κυρίως συμβολικά – καθώς μια τέτοια επιτυχία θα σηματοδοτούσε υποτίθεται την συμμετοχή της Ελλάδας στον πυρήνα της νέας παγκόσμιας ψηφιακής οικονομίας. 

Όπως όμως και σε ένα data centre, όπου σημασία δεν έχει που βρίσκεται ο εξοπλισμός αλλά που και από ποιους χρησιμοποιείται η πληροφορία που αποθηκεύει, έτσι και στην ιστορία των ψηφιακών νομάδων και την απομακρυσμένη εργασία γνώσης σημασία έχει σε ποια πλευρά της διασύνδεσης δεδομένων έχεις τοποθετηθεί. Έτσι, υπάρχουν δύο είδη ψηφιακών νομάδων για την Ελλάδα, δύο στρατηγικές επιλογές και δύο πολιτικές για το πως θα τοποθετηθεί στις εξελίξεις που κυοφορούνταν από καιρό και η πανδημία μόνο ανέδειξε αποφασιστικά και επιτάχυνε, ως μαμή κι αυτή της οικονομικής Ιστορίας. Και όπως συμβαίνει συνήθως με τα πράγματα αυτά, πρέπει κανείς να αποφασίσει ποιόν ρόλο προτιμά για τον εαυτό του.  

Η πρώτη είναι αυτή που θα μπορούσαμε χαριτολογώντας – αλλά και ακριβολογώντας ταυτόχρονα – να αποκαλέσουμε στρατηγική του «λίγο κρασί, λίγη θάλασσα και τ’ αγόρι μου», και είναι τόσο ΕΟΤ του 1960 όσο και τα ηλιοβασιλέματα στην Οία της Σαντορίνης. Απευθύνεται σε αυτούς τους οποίους καλούμε να έρθουν να ζήσουν εδώ εξακολουθώντας όμως να εργάζονται με όλες τις τεχνολογικές δυνατότητες τηλε-εργασίας  για τους ξένους εργοδότες τους. Θα έρθουν υποτίθεται για τον ήλιο, την ποιότητα ζωής αλλά και το χαμηλό κόστος διαβίωσης, ή τουλάχιστον αυτά για το οποία η Ελλάδα αυταπατάται ότι είναι τάχα μοναδική (αρκεί να δει κανείς τις διεθνείς κατατάξεις ποιότητας ζωής για να καταλάβει το μέγεθος της αυταπάτης) και τα φορολογικά κίνητρα που θέσπισε πρόσφατα η κυβέρνηση για να τους προσελκύσει. Είναι αυτοί τους οποίους ο κ. Αλ. Πατέλης, οικονομικός σύμβουλος του Πρωθυπουργού, περιγράφει ως αυτούς που μπορούν «να ζουν δύο μήνες στην Ταϊλάνδη, τρεις μήνες στην Τζαμάικα, και – γιατί όχι – δύο μήνες στην Ελλάδα». Ο κ. Πατέλης εξηγεί ότι όλη η στρατηγική ανάγεται στον ήλιο και στην τεχνολογία:  «Θα έρθουν για τον ήλιο, θα μείνουν για την τεχνολογία». 

Φυσικά, το προϊόν της δουλειάς τους θα παράγεται αλλού, η προστιθέμενη αξία της δουλειάς τους και τα πολλαπλασιαστικά της οφέλη θα συνεχίζουν να δημιουργούνται αλλού, η γνώση, η πληροφορία και η καινοτομία που θα δημιουργούν θα πλουτίζει άλλες οικονομίες, στην άλλη πλευρά της σύνδεσης 5G που θα τους δίνει η Ελλάδα μαζί με τον ήλιο. Η αιχμή της στρατηγικής διατυπώθηκε άλλωστε εμφατικά: ο ήλιος και η τεχνολογία. Βλέπω ήδη μπροστά μου την αφίσα του ΕΟΤ σε χρώματα μπλε και λευκά του Αιγαίου. Στο μπλε τραπέζι με τις άσπρες ξύλινες καρέκλες στην ακροθαλασσιά, δίπλα στο μπουκάλι και τα ποτηράκια με το τσίπουρο, υπάρχει τώρα και ένα laptop, συνδεδεμένο με την Wall Street. Το 5G όμως δεν αλλάζει την ουσία. Η τεχνολογία στην οποία αναφέρεται ο κ. Πατέλης δεν είναι στην ιστορία αυτή παρά παθητική υποδομή. Και επειδή η σημασία της ιστορίας αυτή είναι, όπως είπαμε, κατά κύριο λόγο ο επικοινωνιακός συμβολισμός που θέλει να στείλει Ελλάδα στον κόσμο και στον εαυτό της, αν το στόρυ αυτών των ψηφιακών νομάδων είναι ενδεικτικό του πως αντιλαμβανόμαστε την θέση της χώρας στην οικονομία της γνώσης, το μήνυμα είναι ότι η Ελλάδα θα αξιοποιεί την τεχνολογία για να συνεχίσει να πορεύεται πουλώντας ήλιο. 

Η άλλη στρατηγική για τους ψηφιακούς νομάδες είναι πολύ πιο παλιά, για την ακρίβεια πολλούς αιώνες παλιότερη από τον ΕΟΤ του 1960. Δεν δοκιμάστηκε σε γραφικά ταβερνάκια στις Κυκλάδες, αλλά στα χάνια όπου σταματούσαν τα καραβάνια των Ελλήνων εμπόρων και στις ταβέρνες όπου σύχναζαν στις παροικίες τους, εξάγοντας προϊόντα και εισάγοντας ιδέες (τις ιδέες άλλωστε που γέννησαν την Επανάσταση, για να θυμηθούμε και τον εορτασμό των 200 χρόνων της). Μόνο που τώρα, στον θαυμαστό νέο κόσμο που αλλάζει τις ζωές και τις δουλειές μας, όσοι από τους Έλληνες μπορούν να πουλήσουν γνώση, δημιουργικότητα και επιχειρηματικότητα – και είναι πολλοί, και πολλοί το κάνουν ήδη εδώ και καιρό, και το κάνουν καλά παρά τις αντιξοότητες – μπορούν να το κάνουν ψηφιακά χωρίς να ξενιτευτούν όπως οι παππούδες τους.  Απευθύνεται σε αυτούς που ζουν ήδη εδώ και μπορούν πια με την τεχνολογία να πουλάνε τις ακριβές και πολύ υψηλής προστιθέμενης αξίας υπηρεσίες τους σε όλα τα μέρη του κόσμου. 

Δεν τους λέμε έτσι, αλλά είναι και αυτοί ψηφιακοί νομάδες, και μάλιστα διαφορετικοί και από μια άποψη πιο γενναίοι από τους προηγούμενους. Οι πρώτοι, αυτοί της αφίσας του ΕΟΤ, αλλάζουν απλά τόπο διαμονής για να συνδυάσουν διακοπές και εργασία. Οι άλλοι είναι και αυτοί επιστήμονες, μηχανικοί και επαγγελματίες, είναι πρόσωπα, ομάδες και μικρές εταιρείες, που «ξενιτεύονται» ψηφιακά και τολμούν να εργάζονται στον κόσμο, συνεχίζοντας όμως να ζουν εδώ. Για τους πρώτους αρκεί ίσως το κίνητρο των φοροαπαλλαγών. Για τους δεύτερους χρειάζεται σκληρή δουλειά για να έχουν τις προϋποθέσεις να παράγουν εδώ. Το θέμα είναι ποιους έχεις στο κέντρο της στρατηγικής σου και ποιοι είναι η προτεραιότητά σου. Ακόμα και συμβολικά και επικοινωνιακά αυτοί θα είναι το πολιτικό μήνυμα που δίνεις.

Έτσι, όπως συνήθως συμβαίνει στα πράγματα αυτά, η τεχνολογία τελικά δεν αλλάζει την ουσία. Όπως σε κάθε ιστορική εποχή, έτσι και στον νέο καταμερισμό της ψηφιακής οικονομίας του 21ου αι., αυτοί που θα κάνουν την διαφορά, και αυτοί που θα έπρεπε να είναι ο στρατηγικός στόχος, είναι αυτοί που θα ανοιχτούν έξω από τα σύνορα και θα διεκδικήσουν για την Ελλάδα να συμμετέχει δυναμικά σε αυτά που θα έχουν πραγματικά σημασία. Η πρώτη στρατηγική θέλει την Ελλάδα προορισμό και μάλιστα τουριστικό. Η δεύτερη την θέλει αφετηρία. 

* Ο Γρηγόρης Φαρμάκης είναι μηχανικός και επιχειρηματίας στον χώρο της τεχνολογίας των πληροφοριών και της ανάλυσης δεδομένων. Είναι Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας στατιστικής και πληροφορικής Agilis Α.Ε.

 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News