ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ευκαιρία για μία πιο ανταγωνιστική οικονομία 

Αρκετές ελπίδες του ελληνικού λαού στηρίχθηκαν στον νέο πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη όταν ανέλαβε την κυβέρνηση το καλοκαίρι του 2019. Μετά από μια «αιωνιότητα» σε συνθήκες κρίσης, επιτέλους ήθελε ένας Έλληνας πολιτικός να μεταρρυθμίσει τη χώρα και θα μπορούσε έτσι να ξεκινήσει μια σταθερή πορεία ανάπτυξης.

Προφανώς αυτή η ελπίδα έχει πλέον εξανεμιστεί. Αντί για μια αρχικά στοχευμένη αύξηση 2,5 -3 τοις εκατό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), η οικονομία της Ελλάδας φέτος θα συρρικνωθεί κατά ένα δέκατο.  Ο λόγος είναι ότι η κρίση του κορωνοϊού πλήττει τη χώρα ακόμη πιο σκληρά από τα βιομηχανικά έθνη της Κεντρικής Ευρώπης. Η οικονομία της εξαρτάται πολύ περισσότερο από τους τομείς που έχουν υποστεί τους περιορισμούς, με πρώτο και κύριο τον τουρισμό. Φέτος έχει καταρρεύσει κατά προσέγγιση το 80%. Έτσι, η Ελλάδα θα πέσει στο επίπεδο ευημερίας που βρισκόταν όταν εισήλθε στην ευρώ-ζώνη.

Eάν η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι τυχερή, μέχρι το τέλος της προγραμματισμένης θητείας της το καλοκαίρι του 2023, η Ελλάδα θα έχει φτάσει στο επίπεδο του ΑΕΠ που είχε όταν ανέλαβε την εξουσία. Αυτό όμως θα συνοδεύεται από περαιτέρω αρνητικά νέα: το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ (που είχε σταθεροποιηθεί περίπου στο 175-180% τα τελευταία χρόνια) είναι πιθανό να αυξηθεί σε πάνω από 200%. Και τούτο γιατί τα κρατικά έσοδα μειώθηκαν αισθητά μετά την ολίσθηση του τουρισμού και αφού τα εστιατόρια, τα ξενοδοχεία και τα εμπορικά καταστήματα βρίσκονται επί του παρόντος στο δεύτερο σκληρό lock-down. Ταυτόχρονα, οι κρατικές δαπάνες για τη στήριξη των τομέων, που επηρεάστηκαν, αυξήθηκαν σημαντικά. Αντί για ένα πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 3%, ο εθνικός προϋπολογισμός θα παρουσιάσει μετά από χρόνια σκληρής ενοποίησης για πρώτη φορά πάλι ένα πρωτογενές έλλειμμα άνω του 5%.

Οι ιδιωτικές τράπεζες κινδυνεύουν επίσης να δουν τους καρπούς των προσπαθειών των τελευταίων χρόνων να χάνονται. Είχαν πετύχει να μειώσουν με επίπονα μέτρα το χαρτοφυλάκιο των μη εξυπηρετούμενων δανείων από το υψηλό του 45% σε 30%. Τώρα όμως έχουν χορηγήσει δάνεια σε εταιρείες που επηρεάζονται από τους τομείς απειλούνται με νέα αύξηση των επισφαλών δανείων.

Και όμως, δεν είναι όλες οι προοπτικές τόσο ζοφερές όσο εμφανίζονται με την πρώτη ματιά. H ελληνική κυβέρνηση δεν επέτρεψε κάποια απόκλιση από τον σημαντικότερο στόχο της λόγω της κρίσης του κορωνοϊού. 

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας είναι το εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό επενδύσεων. Τα τελευταία χρόνια σε συγγριση με τον μέσο όρο της ΕΕ μόνο το μισό κατά κεφαλήν επενδύθηκε εγχώρια στην Ελλάδα (περίπου 10 τοις εκατό του ΑΕΠ). Σε απόλυτους αριθμούς αυτό σημαίνει ότι «λείπουν» κάθε χρόνο περίπου 15 δισεκατομμύρια ευρώ επενδύσεων. Δεν εκπλήσσει λοιπόν το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία απέτυχε να αναπτύξει ανταγωνιστικές δομές. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει βάση για σταθερή οικονομική ανάπτυξη.

Eκεί ακριβώς θέλει να ξεκινήσει η νέα κυβέρνηση και να εγκαινιάσει της πολυαναμενόμενες διαρθρωτικές αλλαγές για να γίνει πιο ανταγωνιστική. Τα κονδύλια της ΕΕ ύψους 32 δισεκατομμυρίων ευρώ που διατέθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης του κορωνοϊού για τα επόμενα έξι χρόνια αποτελούν τη βάση για μελλοντικές επενδύσεις. Ενώ πολλές άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης εξακολουθούν να διαφωνούν δημόσια για το πώς μπορούν να αξιοποιηθούν αυτοί οι πόροι, αυτή τη φορά η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε μια συνεπή στρατηγική καινοτομίας. Τα κεφάλαια πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για την έναρξη έργων και επενδύσεων στους τρεις βασικούς τομείς που έχουν μετακινηθεί στο κέντρο της μελλοντικής ευρωπαϊκής πολιτικής: στην προστασία του κλίματος και στην επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στην κατάρτιση και στην περαιτέρω εκπαίδευση, και στην ψηφιοποίηση της οικονομίας και της δημόσιας διοίκησης, η οποία εξακολουθεί να είναι υπερβολικά γραφειοκρατική.

Aυτές οι επενδύσεις θα ενισχύσουν την καινοτομία στη χώρα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ιδιωτικές επενδύσεις προς την ίδια κατεύθυνση. Και εδώ υπάρχουν τα πρώτα έργα ορόσημο. Tρία παραδείγματα: ένα κοινό πιλοτικό έργο με την VW στην Αστυπάλαια, στο οποίο σχεδιάζουν να λειτουργούν μόνο ηλεκτρικά οχήματα, των οποίων η ηλεκτρική ενέργεια παράγεται από τον άνεμο και τον ήλιο. Kατά δεύτερον η γερμανική εταιρεία ηλεκτρικών αυτοκινήτων Next.e.GO Mobile θέλει να ιδρύσει κοινοπραξία στην Ελλάδα το επόμενο έτος και να κατασκευάσει ένα εργοστάσιο να παράγει έως και 30.000 οχήματα ετησίως στην Ελλάδα. Αξίζει επίσης, τρίτον, να αναφερθεί η συμφωνημένη επένδυση από τη Microsoft ύψους περίπου 1 δισεκατομμυρίου ευρώ, με την οποία η αμερικανική εταιρεία σχεδιάζει να κατασκευάσει τρία κέντρα δεδομένων για το cloud computing στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, η Microsoft έχει θέσει ως στόχο τη μετάδοση ψηφιακών δεξιοτήτων στους υπαλλήλους του δημόσιου τομέα, προϋπόθεση για την εκπόνηση της ψηφιοποίησης της δημόσιας διοίκησης. Και για να καταστήσει τη χώρα πιο ελκυστική για προγραμματιστές λογισμικού, ανακοίνωσε επίσης μειωμένους συντελεστές φόρου εισοδήματος όταν αυτοί οι ειδικοί μεταφέρουν την κύρια κατοικία τους στην Ελλάδα. Επιτέλους το ευχάριστο κλίμα και η υψηλή ποιότητα ζωής στην Ελλάδα θα αξιοποιηθούν για να προσελκύσουν όχι μόνο τουρίστες αλλά και επαγγελματίες υψηλής ειδίκευσης.

Προκειμένου αυτά τα έργα να οδηγήσουν σε ευρύτερες επενδυτικές δραστηριότητες και ενίσχυση της καινοτομίας, θα είναι τελικά απαραίτητο να εφαρμοστούν ορατά οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για πολλά χρόνια. H επιτροπή που ιδρύθηκε από την ελληνική κυβέρνηση με επικεφαλής τον βραβευμένο με Νόμπελ οικονομολόγο, Χριστόφορο Πισσαρίδη (στην οποία ανήκει και ο υπογράφων) έδωσε σαφείς οδηγίες για το πώς να ενεργήσει. Εκτός από την ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης που έχει ήδη αναφερθεί, έχει προτείνει μία δικαστική μεταρρύθμιση για την επιτάχυνση των οικονομικών διαδικασιών, την περαιτέρω μείωση της γραφειοκρατίας, την απλούστευση του φορολογικού συστήματος, τον εκσυγχρονισμό της χρηματοοικονομικής εποπτείας, τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους, και περισσότερα κίνητρα για ιδιωτική παροχή συντάξεων. Ας ελπίσουμε ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα συνεχίσει με συνέπεια αυτό το πιο δύσκολο κομμάτι των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Ίσως το ύψος του ΑΕΠ στο τέλος της θητείας της κυβέρνησης Μητσοτάκη να είναι το ίδιο με το ύψος του στην αρχή της θητείας της. Αλλά η δομή της ελληνικής οικονομίας μπορεί τότε να είναι διαφορετική, πιο ελπιδοφόρα, πιο ανταγωνιστική, δίνοντας τη δυνατότητα στους Έλληνες επιχειρηματίες να κατακτήσουν νέες αγορές. Με ώθηση από την πανδημία, η Ελλάδα θα μπορούσε να αναδυθεί από την κρίση ως χώρα με νέα οικονομική δομή. Ας ελπίσουμε ότι αυτή θα είναι η βάση για σταθερή οικονομική ανάπτυξη.

Ο κ. Κρητικός είναι οικονομολόγος, διευθυντής Έρευνας στο Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW Berlin) και Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Potsdam. 

Money Review