ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Αβάσταχτη Αναγκαιότητα των Θεωριών Συνωμοσίας

Εν μέσω πανδημικού κύματος και των πρώτων εμβολιασμών

Εν μέσω πανδημικού κύματος και των πρώτων εμβολιασμών, η πολιτική συζήτηση στρέφεται όλο και περισσότερο στο φαινόμενο των θεωριών συνωμοσίας και τους λόγους που αυτές έχουν ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια. Η πιο διαδεδομένη άποψη είναι ότι οι θεωρίες συνωμοσίας αντανακλούν ένα πνεύμα ανορθολογισμού. Στην πολιτική αυτό εκφράζεται στο λεγόμενο «παρανοϊκό στυλ», όπως το είχε αποκαλέσει ο φιλελεύθερος Αμερικανός διανοητής Ρίτσαρντ Χόφστεντερ την δεκαετία του ’60. Τα τελευταία χρόνια εξελίξεις όπως η άνοδος του Τραμπ έχουν ξαναφέρει αυτήν την άποψη στο προσκήνιο. Είναι όμως έτσι;

Κατ’ αρχάς το επιχείρημα περί «ανορθολογισμού» αποσιωπά ότι, όπως η ιστορική έρευνα έχει δείξει, οι θεωρίες συνωμοσίας εμφανίστηκαν με την άνοδο του Διαφωτισμού στα τέλη του 18 ου αιώνα. Στο βασίλειο του ορθού λόγου δεν υπάρχει χώρος για ασάφεια ή αβεβαιότητα και τα πάντα (πρέπει να) μπορούν να εξηγηθούν με βάση σχέσεις αιτίου και αιτιατού. Στα χρόνια πολιτικής και κοινωνικής αστάθειας όπως αυτά που ακολούθησαν την άνοδο του Διαφωτισμού ή αυτά που ζούμε σήμερα, οι θεωρίες συνωμοσίας καλύπτουν το κενό μεταξύ της υπόσχεσης μιας ορθολογικής λειτουργίας του κόσμου από την μια μεριά και της ανασφάλειας που η ανατροπή των παλιών βεβαιοτήτων δημιουργεί από την άλλη. Σε αντίθεση με το σύνηθες στερεότυπο, οι θεωρίες συνωμοσίας είναι σύμπτωμα όχι αν-ορθολογισμού αλλά υπερ-ορθολογισμού, της προσπάθειας να βάλουμε σε τάξη έναν κόσμο που μας έχουν υποσχεθεί ότι λειτουργεί με βάση την λογική αλλά επιμένει να είναι απρόβλεπτος και απειλητικός.

Η δεύτερη στρέβλωση στην οποία οι θεωρίες συνωμοσίας απαντούν είναι ο άκρατος επιστημονισμός, η αντίληψη ότι η επιστήμη παρέχει την μόνη και όλη αλήθεια και ότι κάθε άλλη συζήτηση στην δημόσια σφαίρα είναι περιττή. Είναι ειρωνικό ότι στον δημόσιο λόγο η «επιστήμη» συχνά αντιπαρατίθεται στην «θρησκεία» (και οι δυο έννοιες χρησιμοποιούνται με στερεοτυπικό τρόπο) από ανθρώπους που παρ’ όλα αυτά θεοποιούν την πρώτη ως την πηγή της απόλυτης γνώσης και τον μόνο δρόμο σωτηρίας του ανθρώπου. Όλο αυτό όμως αδικεί την επιστήμη και την φορτώνει με το δυσβάστακτο βάρος να παρέχει όλες τις απαντήσεις όταν ο πραγματικός τρόπος λειτουργίας της είναι η συνεχής αναθεώρηση δεδομένων και επαναδιατύπωση θεωριών. Γίνεται έτσι αναπόφευκτο ότι όταν, απολύτως δικαιολογημένα, κάποιες απαντήσεις πρέπει να αναθεωρηθούν, πολλοί στρέφονται σε άλλα σχήματα που υπόσχονται την βεβαιότητα και ευταξία που η θεοποιημένη «επιστήμη» απέτυχε να προσφέρει.

Τρίτη εξέλιξη τις τελευταίες δεκαετίες είναι η εξάντληση των μεγάλων ιδεολογιών που ξεπήδησαν από την παράδοση του Διαφωτισμού και η αντικατάστασή τους από μια αίσθηση αδυναμίας και ματαιότητας της πολιτικής, η οποία μετατρέπεται σε διαδικασία υλοποίησης των προτάσεων «ειδικών» και «τεχνοκρατών». Παρά τις διαφορές τους, οι ιδεολογίες του Διαφωτισμού όπως ο φιλελευθερισμός, ο σοσιαλισμός και ο φασισμός είχαν την κοινή πίστη ότι ο άνθρωπος μπορεί να οικοδομήσει μια ιδανική κοινωνία κυριαρχώντας επί του περιβάλλοντός του (και επί άλλων ανθρώπων). Όλες στηρίζονταν σε μια ιδεαλιστική αντίληψη του ατόμου – ο άνθρωπος ως φορέας φυσικών δικαιωμάτων, ως μέλος της εργατικής τάξης, ως μέλος του εκλεκτού έθνους ή φυλής κοκ – που δικαιολογούσε αυτό το αίτημα κυριαρχίας.

Σήμερα αντίθετα οι διάφορες ιδεολογίες δεν υπόσχονται την οικοδόμηση επίγειων πολιτικών παραδείσων μέσα στους οποίους το όραμα κυριαρχίας του ανθρώπου μπορεί να πραγματωθεί, όπως τον 19 ο και 20 ο αιώνα, αλλά μια μόνιμη κατάσταση ανασφάλειας και εγρήγορσης, πότε όμως οριστικής λύτρωσης, απέναντι σε απειλές και κρίσεις. Το μόνο στο οποίο διαφέρουν είναι η ιεράρχηση αυτών των απειλών: κάποιες ιδεολογίες θεωρούν την κλιματική αλλαγή τον μεγαλύτερο κίνδυνο, άλλες την παγκοσμιοποίηση και άλλες τις μεταναστευτικές ροές. Καμία όμως δεν ισχυρίζεται ότι μπορεί να «λύσει» κάποιο από αυτά τα προβλήματα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι θεωρίες συνωμοσίας ξεκινούν ως ένα αίσθημα φόβου και απειλής στις παρυφές της κατεστημένης πολιτικής, εκεί όπου η δράση πανίσχυρων αντιπάλων – οι «πολυεθνικές και οι αγορές» για την αριστερά, ο «Σόρος και οι ΜΚΟ» για την ακροδεξιά, ο «λαϊκισμός και ο Πούτιν» για τους φιλελεύθερους – όχι μόνο εξηγεί το πώς είναι ο κόσμος αλλά και δικαιολογεί την αδυναμία μας να τον αλλάξουμε. Καθώς η πολιτική μετεωρίζεται μεταξύ της θεοποίησης μιας φαντασιακά παντοδύναμης «επιστήμης» και της παράλυσης απέναντι σε υπερμεγέθεις νεφελώδεις δυνάμεις, οι θεωρίες συνωμοσίας γεμίζουν ένα κενό που οι σύγχρονες ελίτ ούτε μπορούν ούτε ενδιαφέρονται πια να καλύψουν.

*Ο Άγγελος Χρυσόγελος είναι Jean Monnet Fellow στο Robert Schuman Centre for Advanced Studies του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου (EUI) της Φλωρεντίας.

Money Review