ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το άλφα και το ωμέγα για την ανάδειξη της ελληνικής κουζίνας: Το «γ»

φωτ. Shutterstock

Όταν ο σεφ Άντριου Ζίμερν, γνωστός κυρίως από τις εκπομπές του στο Travel Channel, επισκέφτηκε την Ελλάδα ξεχώρισε μεταξύ άλλων τη…σπανακόπιτα, τα ντολμαδάκια με αμπελόφυλλα, το χταπόδι στιφάδο και φυσικά το σουβλάκι και τον γύρο. Μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά φαγητά της ελληνικής κουζίνας, γνωστά σε κάθε οικογένεια αλλά και πολύ εύκολα να τα βρεις είτε σε πολυτελή εστιατόρια είτε σε μια απλή ταβέρνα, ένα ψητοπωλείο ή ένα τυροπιττάδικο.

Φαγητά που τα γεύονται και οι τουρίστες που επισκέπτονται την Ελλάδα και δεν είναι λίγοι εκείνοι που τα αποζητούν και τα αναζητούν όταν επιστρέφουν στις χώρες τους. Αναζήτηση συχνά χωρίς αποτέλεσμα διότι είτε δεν υπάρχουν εστιατόρια που να τα προσφέρουν ή ακόμη και να τα προσφέρουν συχνά όχι καλής ποιότητας, είτε δεν βρίσκουν ή δεν ξέρουν πού θα βρουν τα υλικά για να τα παρασκευάσουν οι ίδιοι.

Λύση σε αυτό ακριβώς το θέμα προωθώντας παράλληλα τις εξαγωγές και τον γαστρονομικό τουρισμό φιλοδοξεί να δώσει το σχέδιο για την ανάδειξη της ελληνικής γαστρονομίας που έχει εκπονηθεί από ειδική ομάδα έργου, ιδέα, πάντως που ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2019, όταν κατέθεσε συγκεκριμένη ολοκληρωμένη πρόταση η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) σε συνεργασία με την εταιρεία Netrino. Το σχέδιο, μάλιστα, ή τμήμα αυτό έχει ενταχθεί προς χρηματοδότηση και στις δράσεις του Ταμείου Ανάκαμψης.

Το σχέδιο έχει στην ουσία πέντε πυλώνες: α) δημιουργία σήματος ποιότητας για την ελληνική κουζίνα β) δημιουργία ψηφιακού γαστρονομικού χάρτη, γ) φορέας για την ανάδειξη του της ελληνικής γαστρονομίας και την ανάπτυξη, προβολή και προώθηση του γαστρονομικού τουρισμού, δ) παρατηρητήριο γαστρονομικού τουρισμού και ε) εκπαίδευση.

Το σχέδιο προβλέπει την πιστοποίηση -προκειμένου να λάβουν το σήμα ελληνικής κουζίνας- σειράς επιχειρήσεων εστίασης σε Ελλάδα και εξωτερικό με την πρόταση, μάλιστα, να περιλαμβάνει τη δυνατότητα να λάβουν το σήμα και άλλες επιχειρήσεις του κλάδου, πλην των εστιατορίων, ακόμη και επιχειρήσεις του λεγόμενου ελληνικού street food, όπως είναι τα ψητοπωλεία – σουβλατζίδικα, τα τυροπιτάδικα, τα μπουγατσοπωλεία, καθώς αποτελούν σημαντικό μέρος της ελληνικής γαστρονομικής παράδοσης. Επίσης, προτείνεται να λαμβάνουν το ίδιο σήμα, φυσικά όλα βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων που θα αποφασισθούν, και επισκέψιμα οινοποιία και ελαιουργεία, ή ακόμη και κάβες και παντοπωλεία.

Για να λαμβάνουν το σήμα οι επιχειρήσεις θα πρέπει τουλάχιστον ορισμένες κατηγορίες προϊόντων που χρησιμοποιούν για τις ελληνικές συνταγές ή αυτά που διαθέτουν (αν πρόκειται για παντοπωλεία) να έχουν παραχθεί στην Ελλάδα. Τα προϊόντα αυτά είναι: τυριά και γαλακτοκομικά, φρούτα και λαχανικά, κρέατα, κρεατοσκευάσματα – αλλαντικά, αλιεύματα, ελαιόλαδο – ελιές, μέλι, ξηροί καρποί, τουρσιά, αλίπαστα, θαλασσινά, πατάτες, κρασί, αποστάγματα, συσκευασμένες τομάτες, μακαρόνια κ.α. Για τα εστιατόρια του εξωτερικού που δεν θα έχουν πρόσβαση σε όλα τα παραπάνω προβλέπονται διαφοροποιήσεις στις προδιαγραφές.

Θα πρέπει εδώ, βεβαίως, να πούμε ότι Σήμα Ποιότητας Ελληνικής Κουζίνας υπάρχει από το 1999 που χορηγείται μέσω ΕΟΤ. Ωστόσο, το σήμα αυτό θεωρείται ότι έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του, καθώς σχεδιάστηκε σε μία εποχή που οι επιχειρήσεις εστίασης βρίσκονταν σε σημαντικό βαθμό σε…πρωτόγονο στάδιο και το ζητούμενο ήταν κυρίως η ποιότητα στο μαγείρεμα και στην παροχή βασικών υπηρεσιών (εάν για παράδειγμα είχαν WC). Πέραν αυτού του σήματος έχουν αναπτυχθεί πολλές άλλες πρωτοβουλίες, δημόσιες και ιδιωτικές, με τοπικό ή κλαδικό χαρακτήρα, οι οποίες προτείνεται μεν να διατηρηθούν -τουλάχιστον κάποιες από αυτές- αλλά ως υποκατηγορία, συνοδευτικό του νέου σήματος που θα θεσπισθεί, προκειμένου να μην προκαλείται σύγχυση στους καταναλωτές.

Το νέο σήμα ποιότητας

Το λογότυπου του σήματος που έχει προταθεί είναι το γράμμα «γ», ελληνικό γράμμα και το πρώτο γράμμα της επίσης ελληνικής λέξης «γαστρονομία». Τα προϊόντα που θα φέρουν το σήμα αυτό και έναν κωδικό QR τον οποίο ο καταναλωτής θα μπορεί να σκανάρει και να μπαίνει στον κόσμο της ελληνικής γαστρονομίας. Να μπαίνει στην ουσία στον ψηφιακό γαστρονομικό χάρτη ο οποίος, μεταξύ άλλων,  θα περιέχει προτεινόμενες γαστρονομικές διαδρομές, δημιουργώντας αξιοθέατα οικοτουρισμού μέσω των τοπικών προϊόντων και της τοπικής κουζίνας, ως μέρος της τουριστικής εμπειρίας του επισκέπτη. Σε αυτόν μπορεί να υπάρχουν για παράδειγμα πληροφορίες για γαστρονομικές εκδηλώσεις, όπως είναι το φεστιβάλ πατάτας στη Νάξο ή το φεστιβάλ αμυγδαλωτών στη Σίφνο. Επίσης, πληροφορίες για τοπικά προϊόντα και συνταγές (να υπάρχει σε διάφορες γλώσσες μητρώο συνταγών), για εστιατόρια που έχουν το σήμα ελληνικής κουζίνας, για επισκέψιμα οινοποιεία, μύλους, ελαιοτριβεία, φάρμες, μικροζυθοποιίες, αλλά και βίντεο για τον τρόπο παρασκευής ελληνικών συνταγών ή για παράδειγμα για τον τρόπο παρασκευής των κρασιών στη Σαντορίνη. Τα παραπάνω έχουν σκοπό να προσελκύσουν νέους τουρίστες, να κάνουν κάποιους να επισκεφθούν ξανά τη χώρα, αλλά και να αναζητήσουν στη χώρα τους ελληνικά προϊόντα. Επίσης, έχει προταθεί στην πλατφόρμα αυτή να δίνονται πληροφορίας για το πού μπορεί κάποιος στη χώρα του να βρει ελληνικά προϊόντα και πιστοποιημένα με το σήμα ποιότητας ελληνικής κουζίνας εστιατόρια, ενώ στις σκέψεις είναι και η δημιουργία ηλεκτρονικού καταστήματος για την αγορά ελληνικών τροφίμων και ποτών.

Το ελληνικό σχέδιο προβλέπει επίσης τη δημιουργία ενός ξεχωριστού φορέα που θα αναλάβει την ανάδειξη και την προώθηση της ελληνικής γαστρονομίας, φορέας, ωστόσο, για τον οποίο έχουν εκδηλωθεί αρκετές διαφωνίες για το ποιο θα είναι το μοντέλο λειτουργίας του.

Από τις πλέον γνωστά παραδείγματα άλλων χωρών είναι αυτό της Ιταλίας. Το 1997 η Ιταλία δημιούργησε το Σήμα Ιταλικής Φιλοξενίας προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα των υπηρεσιών 5.000 περίπου τουριστικών επιχειρήσεων (ξενοδοχεία, εστιατόρια και αγροτουριστικές) που βρίσκονται σε 18 Ιταλικές Περιφέρειες. Μέχρι το 2014 είχαν πιστοποιηθεί 6.500 επιχειρήσεις στην Ιταλία (από τις 12.500 που αιτήθηκαν) και 1.400 εστιατόρια σε 49 χώρες του εξωτερικού (από τις 2.500 που αιτήθηκαν). Τα στοιχεία του εστιατορίου κοινοποιούνται σε ειδικό portal www.10q.it, όπου ο καταναλωτής μπορεί άμεσα να επιλέξει τα αναγνωρισμένα ιταλικά εστιατόρια. Στην Ιταλία το έργο αυτό έχει αναλάβει δημόσιος φορέας με πολύ μεγάλη συμμετοχή των επιμελητηρίων της χώρας, αλλά και των διμερών επιμελητηρίων.

 

 

 

Money Review