Business & Finance Τρίτη 16/05/2023, 12:57
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Barclays: Η Ελλάδα μπροστά στον τρίτο «μεγα-κύκλο» της – Τι σημαίνει

Barclays: Η Ελλάδα μπροστά στον τρίτο «μεγα-κύκλο» της – Τι σημαίνει

Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να μπει σε έναν τρίτο «μεγα-κύκλο» ανάπτυξης, έπειτα από εκείνον που καταγράφηκε από τη δεκαετία του 1950 έως τα μέσα του 1970 με το Σχέδιο Μάρσαλ καθώς και αυτόν που ακολούθησε από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και επιταχύνθηκε μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, με την εισροή των κοινοτικών κονδυλίων. Αυτή είναι η εκτίμηση της Barclays, με τους αναλυτές του οίκου να σημειώνουν ότι μπροστά σε αυτή την προοπτική, οι εκλογές δεν είναι χωρίς ρίσκο, αλλά οι κίνδυνοι δεν είναι ούτε πολύ πιθανοί αλλά ούτε και μη διαχειρίσιμοι. Έτσι, η σύγκλιση της Ελλάδας με άλλες χώρες της περιφέρειας, με υψηλότερες αξιολογήσεις, όπως είναι η Πορτογαλία, αποτελεί, σύμφωνα με τον οίκο, μια βασική επενδυτική τάση του 2023. 

Όπως εξηγούν οι αναλυτές της Barclays, η Ελλάδα δεν είναι η τυπική οικονομία, που βιώνει κύκλους 7-8 ετών. Αντ΄ αυτού, η μεταπολεμική της ιστορία έχει σημαδευτεί από δύο μεγα-κύκλους, οι οποίοι συνδέονται βαθιά με διαρθρωτικές δυνάμεις και πολιτικές αποφάσεις. 

Ο πρώτος μεγα-κύκλος 

Ο πρώτος μεγα-κύκλος σημειώθηκε ανάμεσα στη δεκαετία του ’50 και τα μέσα του ’70, καθώς η Ελλάδα έβγαινε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έναν   λιμό και  έναν παρατεταμένο εμφύλιο, με αποτέλεσμα κατά τη δεκαετία του ’40 να χάσει ένα από τα μεγαλύτερα μερίδια του πληθυσμού παγκοσμίως. 

Μετά από αυτό, η ελληνική οικονομία ήταν κατεστραμμένη, όμως η έλευση της ξένης βοήθειας –κυρίως ως αποτέλεσμα του Σχεδίου Μάρσαλ- σε συνδυασμό με πολιτικές προστατευτισμού στη βιομηχανία και στο συνάλλαγμα, καθώς και με την ξένη οικονομική εποπτεία, έφεραν ένα οικονομικό θαύμα. Η Ελλάδα εμφάνισε χρόνια υψηλής ανάπτυξης, καθώς υπολογίζεται ότι έλαβε 700 εκατ. δολάρια και ήταν ο  6ος μεγαλύτερος κερδισμένος του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Ανάκαμψης. 

Οι συνθήκες ζωής άρχισαν να μοιάζουν με εκείνες των δυτικών χωρών από τα μέσα του 1970, αλλά ακολούθησε μια πτώση της οικονομίας που διήρκεσε έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990. 

Παρά τις βελτιωμένες συνθήκες διαβίωσης, η πολιτική ήταν εξαιρετικά ασταθής και οι δημοκρατικοί θεσμοί αδύναμοι, σημειώνει η Barclays. Έτσι, μετά την κατάρρευση της δικτατορίας στον απόηχο της Κυπριακής κρίσης, οι Έλληνες πολιτικοί αποφάσισαν να επιταχύνουν την ένταξη της χώρας στην ΕΕ, παρά τις σαφείς οικονομικές αδυναμίες. Η απόφαση ήταν βαθιά πολιτική, καθώς η ΕΕ θεωρείτο ως μια μακροπρόθεσμη σταθερά για τους δημοκρατικούς θεσμούς, κάτι το οποίο επιβεβαιώθηκε. 

Η άρση των πολιτικών για τη βιομηχανία και του προστατευτισμού, σε συνδυασμό με το παγκόσμιο πετρελαϊκό και πληθωριστικό σοκ, οδήγησε στη διαδικασία της «πρόωρης αποβιομηχανοποίησης». Ο εμπορικός τομέας δεν ήταν έτοιμος να ανταγωνιστεί στις διεθνείς αγορές, με αποτέλεσμα να βρεθεί σε κρίση και τελικά, κομμάτια του να συρρικνωθούν και άλλα να εθνικοποιηθούν. 

Αντίστοιχα, όμως, αυτή η περίοδος έθεσε τις βάσεις για τον δεύτερο μεγα-κύκλο της Ελλάδας. Η έλευση των κοινοτικών κονδυλίων η υποτίμηση της δραχμής, οι επενδύσεις σε υποδομές και οι πολιτικές σύγκλισης έφεραν ξανά την ανάπτυξη. 

Ξεκινώντας –με διαλείμματα- από τα μέσα των ‘80s και με μια επιτάχυνση μετά το 1992, η ελληνική οικονομία πενταπλασιάστηκε ως ποσοστό της γερμανικής οικονομίας έως το 2008. 

Στο τέλος αυτού του δεύτερου μεγα-κύκλου, όμως, η Ελλάδα είχε χτίσει σημαντικές ανισορροπίες. Καθώς εξαρτιόταν από όλο και μεγαλύτερα ποσά κρατικού δανεισμού και εξωτερικής χρηματοδότησης και ήταν μη ανταγωνιστική, η οικονομία οδηγήθηκε στην κατάρρευση του 2010-2019. 

Σε μία δεκαετία, μειώθηκε στο μισό, ως ποσοστό της γερμανικής οικονομίας. 

Ο τρίτος μεγα-κύκλος 

Σήμερα, η Barclays πιστεύει ότι η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να μπει σε έναν τρίτο μεγα-κύκλο, κάτι το οποίο αποδίδει στις εξής βασικές δυναμικές: 

1) Οι παγκόσμιες υπηρεσίες γίνονται πιο εμπορεύσιμες, δίνοντας στην Ελλάδα μια καλή ευκαιρία να οικοδομήσει έναν ανταγωνιστικό τομέα σε διεθνές επίπεδο, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία της. 
2) Η τάση αυτή επιταχύνθηκε κατά τα χρόνια της ελληνικής κρίσης και η Ελλάδα τώρα ακολουθεί, με τις υπηρεσίες να αποτελούν το 75-80% του ελληνικού ΑΕΠ. Άρα, η Ελλάδα είναι πολύ πιο πιθανό να είναι ανταγωνιστική στους τομείς όπου έχει συγκριτικό πλεονέκτημα (τουρισμός, ακίνητα, μεταφορές, πληροφορική, καθαρή ενέργεια, υγειονομική περίθαλψη) παρά να οικοδομήσει μια νέα αυτοκινητοβιομηχανία.
3) Τα ζητήματα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη συνολικά (ενεργειακή ασφάλεια, ενεργειακή μετάβαση, προστατευτισμός από την Κίνα και τις ΗΠΑ) μειώνουν την εστίαση στις δημοσιονομικές τριβές στο εσωτερικό της και στρέφουν την προσοχή στις πανευρωπαϊκές πολιτικές που έχουν στόχο την αντιμετώπιση των μελλοντικών προκλήσεων.
4) Η Ελλάδα ξεκινά από χαμηλό επίπεδο δραστηριότητας (με μεγάλο παραγωγικό κενό), με πολύ λιγότερες ανισορροπίες από ό,τι στο παρελθόν, ωφελείται από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τις επενδύσεις σε υποδομές, ενώ λαμβάνει κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης, τα οποία θα φτάσουν έως και στα 60 δισ. ευρώ, ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσό σε σχέση με το μέγεθος της ελληνικής οικονομίας (περίπου 200 δισ. ευρώ).

moneyreview.gr

Διαβάστε επίσης:

Berenberg Bank: Το Mitsotakis effect, το «αστέρι» του ευρώ και το αποτέλεσμα των εκλογών

BNP Paribas: Η Ελλάδα δρέπει καρπούς – Πώς «γύρισαν» τα δημόσια οικονομικά

Capital Economics: Εκλογικά σύννεφα πάνω από την Ελλάδα – Οι διαφορές ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ για την οικονομία

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News