Business & Finance Τετάρτη 6/01/2021, 09:43
ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

Ηρθε η ώρα για τα μεγάλα προγράμματα υποδομών;

Shutterstock

Ο απρόβλεπτος παράγοντας έχει σημαδέψει πολλές φορές τα σχέδια κυβερνήσεων ως προς την υλοποίηση προγραμμάτων υποδομών. Ο εκλεγεμένος Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν έχει δεσμευθεί να δαπανήσει 2 τρισ.δολάρια σε δρόμους, γέφυρες και σταθμούς ανεφοδιασμού ηλεκτρικών οχημάτων. Στην Ε.Ε. τα πράσινα προγράμματα θα εκπροσωπήσουν το 30% των 750 δισ.ευρώ του ταμείου ανάκαμψης. Η Κίνα έχει προβλέψει 10 τρισ.γιουάν (1,5 τρισ.δολάρια) για νέα προγράμματα υποδομών, ενώ φιλόδοξα σχέδια έχουν δρομολογήσει και οι κυβερνήσεις σε Λατινική Αμερική και Ασία. Το θέμα είναι ότι οι περισσότερες χώρες δεν έχουν καταφέρει να υλοποιήσουν αυτές τις δεσμεύσεις τους στο παρελθόν. Θα το καταφέρουν τώρα;

H πανδημία του κορωνοϊού μπορεί να εκτρέψει την ροή κονδυλίων, προσωρινά, σε άλλες ανάγκες: για παράδειγμα, οι κυβερνήσεις ενδεχομένως να χρειαστεί να διασώσουν προβληματικά συστήματα αστικών μέσων μεταφορών, που σημαίνει μείωση των δαπανών σε άλλες υποδομές. Ομως, η πανδημία εξηγεί και τον ενθουσιασμό των κυβερνήσεων για τέτοιου είδους προγράμματα: μπορεί να ενισχύσουν την ανάπτυξη, τόσο σε βραχυπρόθεσμο όσο σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), η αύξηση των δημοσίων δαπανών κατά 1% του ΑΕΠ σε ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες θα μπορούσε να δημιουργήσει 20 έως 33 εκατ. θέσεις εργασίας και να ενισχύσει το ΑΕΠ κατά 0,25% έως 0,5% το πρώτο έτος και έως τέσσερις φορές περισσότερο μετά το δεύτερο έτος. «Είναι σαν να πετυχαίνεις γρήγορες νίκες», λέει χαρακτηριστικά η Κατρίν Μακένα, υπουργός υποδομών του Καναδά, ο οποίος προωθεί μέρος από το 12ετές σχέδιό του ύψους 140 δισ.δολαρίων, με στόχο τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, οι δαπάνες θα ανοίξουν το δρόμο σε μεγαλύτερη προσφορά και θα καταστήσουν την οικονομία πιο ανθεκτική σε κρίσεις.

«Σύμμαχος» σε όλη αυτή την προσπάθεια, στον πλούσιο κόσμο, είναι τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια, που επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να χρηματοδοτήσουν τα επενδυτικά τους σχέδια. Επίσης, συνταξιοδοτικά ταμεία και ασφαλιστικές εταιρείες, «διψασμένες» για ασφαλείς αποδόσεις τις οποίες χρειάζονται για να καλύψουν μελλοντικό παθητικό, προσβλέπουν στη σταθερή ροή ρευστού από το ενεργητικό που έχει σχέση με τις υποδομές. Ο Ρατζίβ Σαχ, που διευθύνει το Rockefeller Foundation, το οποίο τοποθέτησε πρόσφατα 1 δισ.δολάρια σε προγράμματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και υγείας, αναφέρει ότι αυτές οι νέες δυνάμεις δίδουν την ευκαιρία «αναδιαμόρφωσης της σύγχρονης οικονομίας σε πολλές περιοχές του πλανήτη».

Η σημερινή νέα δέσμευση των κυβερνήσεων έχει δύο μορφές: Πρώτον, άμεση διοχέτευση κονδυλίων για συντήρηση και αναβάθμιση των υφιστάμενων υποδομών. Το πλεονέκτημα είναι ότι πρόκειται για έτοιμα έργα που δεν απαιτούν χρονοβόρες διαδικασίες διαγωνισμών, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ζαν Μπενσέντ, επικεφαλής υποδομών στο υπουργείο Οικονομικών της Γαλλίας. Το ένα-πέμπτο του προγράμματος υποδομών ύψους 100 δισ.ευρώ της χώρας του στοχεύει σε κτίρια ενεργειακώς αποδοτικά, αναβάθμιση μεταφορών και ενίσχυση του κλάδου υγείας. Αλλωστε, η λίστα των δυνητικών σχεδίων είναι τεράστια σε ολόκληρο τον κόσμο. Στην Αμερική για παράδειγμα, οι εργασίες αναβάθμισης αυτοκινητοδρόμων και γεφυρών προβλέπεται να κοστίσει 3,5% του ΑΕΠ της.

Δεύτερον, δαπάνες σε νέες δυνατότητες. Η πανδημία του κορωνοϊού, που οδήγησε στην εξ αποστάσεως εργασία και στο ηλεκτρονικό εμπόριο, έδειξε την ανάγκη για επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές, όπως δίκτυα οπτικών ινών ή κέντρα δεδομένων. Η εταιρεία συμβούλων McKinsey εκτιμά ότι οι δαπάνες σε τέτοιες υποδομές θα πρέπει να αυξάνονται κατά 6% έως 11% ετησίως την προσεχή δεκαετία για να μπορέσουν να ανταποκριθούν τα συστήματα στον ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό χρηστών. Κονδύλια διοχετεύονται επίσης και σε πράσινα προγράμματα, όπως υπεράκτια αιολικά πάρκα και υποδομές ηλεκτροκίνησης.

Το Global Infrastructure Hub του G20 υπολογίζει ότι ο πλανήτης θα χρειαστεί επενδύσεις ύψους 82 τρισ.δολαρίων, σε τιμές 2015, έως το 2040. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψιν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται αυτή τη στιγμή οι κυβερνήσεις και οι επενδυτές, μάλλον θα δυσκολευθούν να προωθήσουν τα προγράμματα υποδομών. 

Εμπόδια στο δρόμο των υποδομών

Eδώ και χρόνια, οι επενδύσεις σε υποδομές βαίνουν μειούμενες. Οι δημόσιες και ιδιωτικές δαπάνες σε υποδομές «οικονομικές», όπως μεταφορές, τομέας κοινής ωφελείας και τηλεπικοινωνιών, έχουν μειωθεί από το 3,8% του ΑΕΠ το 2013 στο 3,4% το 2019, σύμφωνα με τη McKinsey. Οι δαπάνες σε «κοινωνικές» υποδομές, δηλ. σχολεία και νοσοκομεία, έχουν επίσης μειωθεί. Το μέλλον δε, διαγράφεται ακόμη χειρότερο εάν ληφθούν υπόψιν τα παρακάτω στοιχεία του ΔΝΤ: Στις πλούσιες χώρες, οι δημόσιες επενδύσεις έχουν μειωθεί από το 2,4% κατά μέσο όρο του ΑΕΠ στα τέλη της δεκαετίας του 1990 σε λιγότερο από 2% μετά το 2010, ένα έτος που σηματοδότησε ιστορικό χαμηλό. Μοναδική εξαίρεση η Κίνα. Το 2019 δαπάνησε 1,3 τρισ.δολαρια σε υποδομές, περισσότερα από την Αμερική και τη Δυτική Ευρώπη από κοινού.

Βεβαίως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι ορθά μελετημένες όλες οι δαπάνες, καθότι έρευνα του πανεπιστημίου της Οξφόρδης έδειξε ότι σε ορισμένες χώρες οι επενδύσεις σε υποδομές «κατέστρεψαν» μέρος της οικονομικής αξίας. Αυτό σημαίνει ότι απέφεραν λιγότερα έσοδα συγκριτικά με το κόστος δανεισμού τους, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν οι αρχές με τεράστιες ζημίες. Ακόμη ένας ανασταλτικός παράγοντας είναι οι πολιτικές διαφωνίες στους κόλπους μίας κυβέρνησης. Για παράδειγμα το πρόγραμμα ύψους 200 δισ.δολαρίων του Ντόναλντ Τραμπ προσέκρουσε σε διαφωνίες ως προς τον τρόπο διανομής των κονδυλίων.  

Εν κατακλείδι, οι ειδικοί επικαλούνται τρεις παράγοντες που εξηγούν τη δυσκολία υλοποίησης των υποδομών: πολιτική, πλημμελής εκτέλεση και επισφαλής χρηματοδότηση. Σε πολλές χώρες, η ανάγκη απελευθέρωσης δημοσίου χρήματος ή ανταμοιβής του ιδιωτικού κεφαλαίου σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να είναι διαφανείς στις αποφάσεις τους και να μην επηρεάζονται από εκλογικά κριτήρια. Επίσης, πολλές κυβερνήσεις στερούνται των ικανοτήτων ή και της βούλησης για εκπόνηση τόσο μεγάλων προγραμμάτων. Ακόμη δε, και στην περίπτωση που κάποια έργα υλοποιηθούν, τα ασταθή ρυθμιστικά πλαίσια σε ορισμένες περιοχές μπορούν να δημιουργήσουν αβεβαιότητα στους επενδυτές.

Τον τελευταίο καιρό όμως διακρίνονται κάποια σημάδια αλλαγής. Οι πιο έξυπνες διαδιασίες προμηθειών βρίσκουν πολύ μεγαλύτερη ανταπόκριση στους επενδυτές. Επίσης, σε αυτό βοηθά και το γεγονός ότι οι τομείς ψηφιακών τεχνολογιών και ανανεώσιμων είναι πιο προσφιλείς στο ιδιωτικό κεφάλαιο, όπως επίσης και η καινοτομία. Και υπάρχει πιο ισχυρή πολιτική βούληση για τέτοιου είδους προγράμματα, τα οποία είναι συνήθως περισσότερο κερδοφόρα και στηρίζονται λιγότερο στην κρατική στήριξη. Τα περισσότερα μεγάλα αιολικά και ηλιακά πάρκα δεν χρειάζονται πλέον επιδοτήσεις, ενώ η κατασκευή των δικτύων 5G χρηματοδοτείται από τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών.

Πηγή: The Economist

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News