ΑΠΟΨΕΙΣ

Η μεγάλη απόκλιση και η γεωπολιτική

φωτ. Shutterstock

Με την προσδοκώμενη σταδιακή έξοδο απο την πανδημία διαφεύγει συχνά της προσοχής το χάσμα μεταξύ των ανεπτυγμένων και των αναπτυσσόμενων χωρών στην παγκόσμια οικονομική ανάκαμψη. Η Παγκόσμια Τράπεζα (ΠΤ) προβλέπει το 2021-23 ετήσια ανάπτυξη των αναδυόμενων οικονομιών (εξαιρουμένης της Κίνας) κατώτερη κατά 0,8% αυτής των προηγμένων οικονομιών, σε αντίθεση με το 2010-19 που ήταν ανώτερη κατα 0,7%. Για τις φτωχές χώρες το έλλειμμα της ανάπτυξης σε σχέση με τις προηγμένες οικονομίες προβλέπεται ακόμα ευρύτερο, της τάξεως του 1,9%, ενώ το 2010-19 το πρόσημο ήταν θετικό. Βρισκόμαστε συνεπώς αντιμέτωποι με μια αναστροφή των τάσεων σύγκλισης μεταξύ αναπτυσσόμενων και προηγμένων οικονομιών.

Η μεγάλη απόκλιση, όπως αποκαλείται σχηματικά η ανάκαμψη δύο ταχυτήτων απο την πανδημία, αντανακλά την ευάλωτη θέση πολλών αναπτυσσόμενων χωρών που δεν διαθέτουν τον δημοσιονομικό χώρο για αποτελεσματική στήριξη των οικονομιών τους. Το αναπτυξιακό έλλειμμα επιτείνεται απο την ανεπάρκεια εμβολίων που αντιμετωπίζουν. Υπολογίζεται οτι το 85% των εμβολίων έχουν διατεθεί στις ανεπτυγμένες χώρες και τις υψηλότερα εισοδηματικά αναπτυσσόμενες χώρες, ενώ μόνο 0,3% έχουν διατεθεί στις φτωχές χώρες…  

Σαν αποτέλεσμα της κρίσης η ΠΤ εκτιμά οτι η βαθιά φτώχεια (εισόδημα κάτω απο 1,90 $ ημερησίως) αυξήθηκε το 2020 κατά 124 εκατομμύρια άτομα ενώ αναμένεται να προστεθούν ακόμα 39 εκατομμύρια το 2021 λόγω της ανάκαμψης δύο ταχυτήτων. Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα του ΟΗΕ υπολογίζει οτι 20 εκατομμύρια επιπλέον άτομα αντιμετώπισαν συνθήκες λιμού το 2020 σε σχέση με το 2019, ξεπερνώντας κατά πολύ τα θύματα της πανδημίας.

Οι προηγμένες οικονομίες δεν έχουν εκδηλώσει ουσιαστική συμπαράσταση πρός τις φτωχότερες χώρες. Η πιο αξιοσημείωτη πρωτοβουλία ήταν η αναστολή απο το G20 της εξυπηρέτησης του χρέους 73 ευάλωτων οικονομιών προς επίσημους φορείς, που παρατάθηκε μεχρι το τέλος του 2021. Πρόκειται ωστόσο μόνο για καταπραϋντικό καθώς οι χώρες αυτές οφείλουν να αποπληρώσουν περίπου 600 δις $ χρέους μέχρι το 2025. Πιο πρόσφατα εκδηλώθηκαν δυο πρωτοβουλίες, που θα χαρακτηρίζαμε περισσότερο κινήσεις εντυπωσιασμού παρά ουσίας, για να αμβλύνουν την αρνητική εικόνα του «εμβολιαστικού εθνικισμού», απο πλευράς κυρίως των ΗΠΑ. 

α) Πρωτοβουλία Μπάιντεν για αναστολή πατεντών εμβολίων. Θεωρείται ωστόσο άσκοπη αφού η δυνατότητα παραγωγής αυξάνεται ταχύρρυθμα ενώ το βασικό εμπόδιο για τις φτωχότερες χώρες είναι η έλλειψη χρηματοδοτικών πόρων για μαζικές προπαραγγελίες.

 

β) Συμφωνία στο πρόσφατο G7, με πρωτοβουλία των ΗΠΑ, για υλοποίηση ενός μαζικού προγράμματος επενδύσεων υποδομών στις μεσαίου και χαμηλότερου εισοδήματος αναπτυσσόμενες χώρες (Build Back Better World — B3W). Στόχος τίθεται η κλιματική αλλαγή, η υγεία, η ψηφιοποίηση και η ισότητα των φύλων. Η πρωτοβουλία στερείται όμως προς το παρόν ουσίας σε οτι αφορά τα επίσημα χρηματοδοτικά μέσα που θα κινητοποιηθούν, αρκούμενη σε γενικές αναφορές στην επιδίωξη καταλυτικής συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα.  

Πρόκειται ουσιαστικά για κίνηση αντιπερισπασμού, με πολυμερή κάλυψη, στη γεωπολιτική αντιπαράθεση των ΗΠΑ με την Κίνα. Η επιρροή της Κίνας στην γεωπολιτική σκακιέρα στον αναπτυσσόμενο κόσμο έχει ενισχυθεί με την πρωτοβουλία «Μια Ζώνη, Ένας Δρόμος» (Belt and Road Initiative – BRI) που ξεκίνησε το 2013. Το πρόγραμμα αποσκοπεί να μετασχηματίσει σε βάθος χρόνου την οικονομική γεωγραφία της μεγαλύτερης εδαφικής έκτασης του πλανήτη, μέσω ενός σύγχρονου «δρόμου του μεταξιού» με ολοκληρωμένες χερσαίες και θαλάσσιες διασυνδέσεις από την νοτιοανατολική Ασία μέχρι τις παρυφές της Ευρώπης. 

Συμμετέχουν 70 χώρες αλλά το κόστος του προγράμματος παραμένει ασαφές, εκτιμώμενο σε 1,3 τρις $ μέχρι το 2027. Οι επενδύσεις πραγματοποιούνται απο κρατικές κινεζικές επιχειρήσεις ή με χρηματοδοτήσεις, ως επι το πλείστον με εμπορικούς όρους, από κρατικές κινεζικές τράπεζες. Η ΠΤ υπολογίζει οτι τα οφέλη για τις συμμετέχουσες χώρες θα είναι σημαντικά, με ενίσχυση του εμπορίου κατα 10% και του ΑΕΠ κατα 3,4%. Οι κίνδυνοι αφορούν την βιωσιμότητα του αυξημένου χρέους εύθραυστων οικονομιών της περιοχής, το περιβάλλον, και την ενδεχόμενη έλλειψη διαφάνειας. Τα οφέλη είναι επίσης σημαντικά για την Κίνα. Παρέχεται επενδυτική διέξοδος σε κρατικές επιχειρήσεις με πλεονάζον παραγωγικό δυναμικό λόγω κορεσμού της εσωτερικής αγοράς, δημιουργούνται νέες εξαγωγικές αγορές, ενισχύεται ο διεθνής ρόλος του κινεζικού νομίσματος και ταυτόχρονα η γεωπολιτική επιρροή της Κίνας.

Το γεωπολιτικό παιχνίδι G7-Κίνας είναι πιθανό να αποδειχθεί αντιπαραγωγικό. Οι φτωχές χώρες χρειάζονται σταθερή ροή περισσότερων χρηματοδοτικών πόρων χαμηλού κόστους, αλλά και ελάφρυνση χρέους. Η πρωτοβουλία των ΗΠΑ και του G7 για θέσπιση ελάχιστου διεθνούς φόρου 15% επι των πολυεθνικών προσφέρει ίσως μία ευκαιρία. Μια πρόταση θα ήταν να διατεθεί μέρος, ή και το σύνολο, των συμπληρωματικών εσόδων, που θα καρπωθούν κυρίως οι προηγμένες οικονομίες όπου εδρεύουν οι πολυεθνικές, για την παροχή επιπλέον χρηματοδοτικής στήριξης στις φτωχές χώρες. Η αναπτυξιακή βοήθεια των χωρών του ΟΟΣΑ ανήλθε το 2020 σε 161 δις $, αντιστοιχώντας μόλις στο 1% των μέτρων στήριξης που έλαβαν οι προηγμένες οικονομίες κατα την πανδημία. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά τα επιπλέον ετήσια έσοδα από τον ελάχιστο παγκόσμιο εταιρικό φόρο σε 60-100 δις $. Η χρήση αυτών των εσόδων για ενίσχυση της αναπτυξιακής βοήθειας θα μετρίαζε τον κίνδυνο ενός διευρυνόμενου χάσματος μεταξύ των προηγμένων και των αναπτυσσόμενων οικονομιών.

 

Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι Οικονομολόγος, Πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α

Money Review