ΑΠΟΨΕΙΣ

Βουβή Πορεία προς το Μέλλον

φωτ. Reuters

Η πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ήλθε στην Αθήνα, μας συνεχάρη για το Ελλάδα 2.0, και μας θύμισε ότι η χώρα μπαίνει σε μια πορεία μεταρρυθμίσεων εγγυημένη από τα χρήματα της ΕΕ. Ζούμε μια «επιστροφή στο μέλλον», αφού μετά από μια δεκαετία λιτότητας, οι παλαιότεροι θα θυμηθούν και οι νεώτεροι θα γνωρίσουν την Ευρώπη ως πηγή καλών νέων και (πολλών) χρημάτων, όπως την έμαθαν γενιές Ελλήνων μέχρι την κρίση του 2010.

Διαβάζοντας τις δράσεις του Ελλάδα 2.0, δύσκολα θα βρει κάποιος κάτι για να διαφωνήσει. Η πράσινη μετάβαση, η ψηφιοποίηση, η βελτίωση στην απονομή της δικαιοσύνης, όλα είναι αιτούμενα ετών. Ενώ όμως οι δράσεις είναι καλές, και οι πόροι που θα τις χρηματοδοτήσουν ακόμα καλύτεροι, η άσκηση δεν ξεφεύγει από την λογική της ΕΕ – θεσμών και εθνικών κυβερνήσεων – την τελευταία δεκαετία: τεχνοκρατική, ιεραρχική, και με μια ηθικιστική αντίληψη ότι, αφού οι σκοποί είναι καλοί, οι κοινωνίες δεν μπορούν παρά να ακολουθήσουν. 

Ας ξεκινήσουμε από το ότι το νέο ταμείο της ΕΕ, το Next Generation EU, επαγγέλλεται την «ανάκαμψη και την ανθεκτικότητα», καθώς συμφωνήθηκε υπό την πίεση του διπλού σοκ οικονομικής ύφεσης και υγειονομικής τραγωδίας πέρυσι. Είναι πια σαφές όμως ότι ο σκοπός του δεν θα αφορά ούτε την «ανάκαμψη», η οποία ήδη στηρίχτηκε στην τεράστια αύξηση των δημοσίων δαπανών των κρατών-μελών, ούτε την «ανθεκτικότητα», αφού σχεδόν σε όλες τις χώρες οι σχεδιαζόμενες δαπάνες για την υγεία και πρόνοια καλύπτουν πολύ μικρό μέρος των εθνικών σχεδίων. Η σύγκριση με το stimulus στις ΗΠΑ, που εκταμιεύτηκε άμεσα και κατευθύνθηκε χωρίς περιστροφές στους «χαμένους» της κρίσης, είναι χαρακτηριστική.

Το Next Generation EU λοιπόν δεν είναι εργαλείο διαχείρισης κρίσης αλλά προώθησης και εφαρμογής πολιτικών που θα καθορίσουν το μέλλον σε βάθος δεκαετιών. Είναι δηλαδή ένα εξόχως πολιτικό σχέδιο, και ως τέτοιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται στον δημόσιο διάλογο. Αντί αυτού, η προοπτική της «ανάκαμψης» ουσιαστικά λειτουργεί αποτρεπτικά για την όποια συζήτηση – ποιος δεν θέλει άλλωστε την ανάκαμψη, ειδικά αν είναι γενναία επιχορηγούμενη; Το Ελλάδα 2.0 π.χ. πέρασε από μια εξαιρετικά περιορισμένη, για το μέγεθος του εγχειρήματος, διαβούλευση, με την ευρύτερη κοινωνία να παραμένει, εν μέσω πανδημίας, μάλλον απαθής.

Δεν θα διαφωνήσουμε με το αντεπιχείρημα ότι ο τρόπος που χρησιμοποίησε η Ευρώπη την κρίση ως ευκαιρία για να προωθήσει δομικές μεταρρυθμίσεις είναι μακροπρόθεσμα καλύτερος από την αλόγιστη, σχεδόν πελατειακού τύπου, χρήση «χρημάτων από το ελικόπτερο» που βλέπουμε στις ΗΠΑ. Η μεταρρύθμιση όμως, ακόμα και η μακροπρόθεσμη, δεν είναι μια ουδέτερη έννοια. Αφορά ιεράρχηση προτεραιοτήτων, καθώς και τον συγκεκριμένο τρόπο υλοποίησής τους. Για τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε διάλογος, σε Ευρωπαϊκό ή εθνικό επίπεδο.

Το παράδειγμα της πράσινης μετάβασης, που στην Ελλάδα δεν έχει προκύψει ως μαζικό αίτημα μέσα από την κοινωνία ούτε ενδεχομένως έχει εξηγηθεί επαρκώς σε αυτήν, είναι χαρακτηριστικό. Η Ελλάδα, όπως και όλες οι χώρες, έπρεπε να προσαρμοστεί στον όρο που προέβλεπε ότι το 37% των πόρων του εθνικού της σχεδίου θα έπρεπε να κατευθυνθεί προς την πράσινη μετάβαση. Δεν συζητάμε αν η ελληνική οικονομία πρέπει να προσαρμοστεί σε διεθνείς τάσεις ή αν είναι ευκταίο να λειτουργεί με τρόπο θετικό για το περιβάλλον – προφανώς και είναι. Ρωτούμε όμως αν δράσεις που, όσο απαραίτητες και αν είναι, μπορεί να μεταμορφώσουν τον τρόπο ζωής ολόκληρων κοινωνιών, θα έπρεπε να πηγάζουν από την λαϊκή συμφωνία και όχι να επιβάλλονται από τα πάνω ή να «αγοράζονται» από τα δισ. ενός ταμείου.

Η συνήθης αντίρρηση στην κριτική ότι η ΕΕ λειτουργεί με τρόπο μη-δημοκρατικό και τεχνοκρατικό, ακόμα και όταν κάνει κάτι θετικό, είναι ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από θεσμούς δημοκρατικά εκλεγμένους και ανοιχτούς στην δημόσια κριτική. Το Next Generation EU το συμφώνησαν οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις των κρατών-μελών, το επιβλέπει η Επιτροπή που διορίστηκε από αυτές τις κυβερνήσεις στην βάση των αποτελεσμάτων των Ευρωεκλογών, ενώ ρόλο έχει το άμεσα εκλεγμένο από τους πολίτες Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. 

Ξέρουμε όμως, μετά από δεκαετίες συζήτησης για το «δημοκρατικό έλλειμμα», ότι αυτός ο πληθωρισμός εκλογικών δεσμών μεταξύ Ευρωπαϊκών οργάνων και πολιτών περισσότερο αλλοιώνει την δημοκρατική υφή της Ένωσης, κάνοντας αδύνατη την απόδοση ευθυνών για τις όποιες αποτυχίες. Άλλες επίσης οι εποχές που οι εθνικές κυβερνήσεις εξέφραζαν κοινωνικές πλειοψηφίες στηριγμένες σε στιβαρά μαζικά κόμματα, και άλλες οι σημερινές εποχές του κατακερματισμού, των ασθενών συνασπισμών και της πολιτικής απάθειας. 

Έτσι και με το Ταμείο Ανάκαμψης: μπορεί μεν να εγκρίθηκε από εκλεγμένες κυβερνήσεις, στην πράξη όμως επιτρέπει σε αυτές τις κυβερνήσεις να απονευρώσουν τον δημοκρατικό διάλογο σε σημαντικά ζητήματα, οχυρωμένες πίσω από την υπόσχεση δισεκατομμυρίων και την ανάγκη ικανοποίησης των γραφειοκρατικών κριτηρίων της Επιτροπής για την εκταμίευσή τους.

Το Ταμείο Ανάκαμψης, και η καθ’ ημάς εφαρμογή του με την μορφή του Ελλάδα 2.0, αποτελεί οπωσδήποτε μια σημαντική εξέλιξη, αποτελεί όμως και άλλη μια χαμένη ευκαιρία για την δημοκρατία στην Ευρώπη. Το στοίχημα των ελίτ της ΕΕ είναι ότι, καθώς τα θετικά αποτελέσματα των δράσεων θα αρχίσουν να φαίνονται, η ικανοποίηση των πολιτών θα ενισχυθεί. Όμως, ούτε η νομιμοποίηση ενός συστήματος αγοράζεται, ούτε η ταύτιση των πολιτών με τους εκπροσώπους του δεν υποκαθίσταται από άνωθεν διατυπωμένους στόχους πολιτικής, όσο ενάρετοι και αν είναι αυτοί. Ο κίνδυνος είναι ότι, όσο βουβή υπήρξε η αποδοχή του νέου σχεδίου από τις Ευρωπαϊκές κοινωνίες, άλλο τόσο βουβή θα είναι και η επιτυχία του. 

 

Money Review