ΑΠΟΨΕΙΣ

Πέτυχε οικονομικά η εθνική παλιγγενεσία;

Το ερώτημα ίσως μοιάζει αυταπόδεικτο καθώς η χώρα μας είναι μέλος της EE, που ειναι η δεύτερη ισχυρότερη οικονομική δύναμη του πλανήτη, και χρησιμοποιεί το ευρω – το σημαντικότερο διεθνές νόμισμα μετα το δολάριο. Είναι ομως αυτά επαρκή κριτήρια; Η επιτυχία αξιολογείται σε σύγκριση και με τα επιτεύγματα άλλων.  

Ενα αντικειμενικό κριτήριο είναι η οικονομική ανάπτυξη, οπως αποτυπώνεται στην εξέλιξη του πραγματικού κατα κεφαλή εισοδήματος μιας χώρας. Χάρις στις έρευνες του Βρετανού οικονομολόγου  Angus Maddison (1926-2010), που συνεχίζονται απο το πανεπιστήμιο του Groningen στην Ολλανδία, υπάρχουν διεθνώς συγκρίσιμες εκτιμήσεις σε βάθος χρόνου, που καλύπτουν 169 χωρες. Για την Ελλάδα καλύπτουν την περίοδο απο την βασιλεία του Όθωνα, το 1833. Η ανάπτυξη της χώρας μας υπήρξε κάθε άλλο παρα γραμμική (Πίνακας 1). Χαρακτηρίστηκε απο διακυμάνσεις,  στενά συνδεδεμένες με τις εξελίξεις στην διεθνή οικονομία, και έξι κρίσεις χρέους.

 

Πίνακας 1: Ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας

 

Χρονική περίοδος

Ετήσια μεταβολή του κατα κεφαλή ΑΕΠ (%)

Χρεοστάσιο ή αναδιάρθωση χρέους

1833-1850

0,3

1827, 1843

1851-1873

1,2

1860

1874-1896

0,4

1893

1897-1911

2,1

 

1912-1919

-5,6

 

1920-1929

6,3

 

1930-1939

1,2

1932

1940-1945

-15,8

 

1946-1955

10,4

 

1956-1973

6,4

 

1974-1993

1,5

 

1994-2008

3,9

 

2009-2018

-2,1

2012

                                                      Πηγή: Maddison Project Database 2020

 

Μέχρι το 1850 υπήρχε στασιμότητα, λόγω των εγγενών αδυναμιών του νεότευκτου κράτους, των πτωχεύσεων το 1827 και 1843, αλλα και του δυσμενούς οικονομικού περιβάλλοντος με την διεθνή ύφεση και τις χρεοκοπίες που ακολούθησαν τους Ναπολεόντειους πολέμους. Η ανάπτυξη επιταχύνθηκε στη συνέχεια, καθως η ναυτιλία, με βάση τη Σύρο, και το εξωτερικό εμπόριο, επέτρεψαν την συμμετοχή στον διεθνή αναπτυξιακό κύκλο που διήρκεσε μέχρι την χρηματοπιστωτική κρίση του 1873. Ακολούθησε η μακροχρόνια διεθνής ύφεση, μέχρι το 1896, που επανέφερε την στασιμότητα και οδήγησε στην πτώχευση του 1893 λόγω του υπερβολικού εξωτερικού δανεισμού της χώρας.

 

Η Ελλάδα κατάφερε να συμμετάσχει στη νεα ανοδική φάση της διεθνούς οικονομίας, απο το 1896 μέχρι τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, με σημαντική επιτάχυνση της ανάπτυξης μέχρι την αρχή των βαλκανικών πολέμων. Οι πόλεμοι ομως έφεραν οικονομική καχεξία, με το κατα κεφαλή εισόδημα να υποχωρεί το 1919 στο επίπεδο των αρχών του 20ου αιώνα. Το τέλος του πολέμου και της πανδημίας της ισπανικής γρίπης οδήγησαν την διεθνή οικονομία στην «αχαλίνωτη δεκαετία» του 1920 (the roaring twenties). Η ελληνική οικονομία γνώρισε μια «πρώτη απογείωση» με ανάπτυξη άνω του 6%. Το κράχ του 1929 έφερε ομως την μεγαλη ύφεση και σειρά διεθνών χρεοκοπιών, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής το 1932, καθως η ανάπτυξη είχε ξανά τροφοδοτηθεί απο υπερβολικό εξωτερικό δανεισμό. Η οικονομία επιβραδύνθηκε σημαντικά μέχρι την έναρξη του Β’ παγκοσμιου πολέμου.

Οι καταστροφές του πολέμου και ο υπερπληθωρισμός έφεραν καθίζηση, με το κατα κεφαλή εισόδημα να επιστρέφει το 1945 στα επίπεδα του 1916-17. Η ανοικοδόμηση ηταν ομως ταχύρρυθμη, ξεπερνώντας το 1956 το προπολεμικό επίπεδο του κατα κεφαλή εισοδήματος. Με την υποτίμηση της δραχμής το 1953 και την σταθεροποίηση που ακολούθησε μπήκαν οι βάσεις για την «δεύτερη απογείωση» της ελληνικής οικονομίας που διήρκεσε ως το πρώτο πετρελαϊκό σοκ του 1973.

H συνέχεια είναι ακόμη νωπή στις μνήμες. Η κακοδιαχείριση της οικονομίας τις επόμενες δυο δεκαετίες την εμπόδισε να επωφεληθεί ουσιαστικά απο την ένταξη στην ΕΕ, οδηγώντας σε στασιμοπληθωρισμό. Η ενταξιακή πορεία στο ευρώ τροφοδότησε παντως την «τρίτη απογείωση», μέχρι το 2008, που ομως κατέληξε στην κρίση χρέους σαν συνέπεια ενός ακόμη επεισοδίου υπερδανεισμού.                         

Για τη συνολική αποτίμηση της μακροχρόνιας οικονομικής πορείας της χώρας οφελεί μια σύγκριση με τις δυο άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, την Πορτογαλία και την Ισπανία, που έγιναν επίσης μέλη της ΕΕ την δεκαετία του 1980. Χρήσιμο είναι να συμπεριλάβουμε την Χιλή (μέλος επίσης του ΟΟΣΑ) και την Αργεντινή, απο την Λατινική Αμερική, που απέκτησαν την ανεξαρτησία τους απο την Ισπανία στις αρχές του 19ου αιώνα και εχουν συγκρίσιμο επίπεδο ανάπτυξης με την χώρα μας (Πίνακας 2).

 

Πίνακας 2: Συγκριτική ετήσια μεταβολή του κατα κεφαλή ΑΕΠ (%)

Χρονική περίοδος

Ελλάδα

Πορτογαλία

Ισπανία

Χιλή

Αργεντινή

1850-1911

1,1

0,5

0,9

2,0

1,8

1912-1955

0,7

1,6

0,9

0,8

0,8

1956-2018

2,8

3,1

3,2

2,0

1,3

 

 

 

 

 

 

1850-2018

1,6

1,7

1,8

1,7

1,3

Πηγή: Maddison Project Database 2020

 

Απο το 1850 ως το 1911 οι δυο λατινοαμερικανικές χώρες είχαν σαφώς ταχύτερη ανάπτυξη απο τις τρεις νοτιοευρωπαϊκές, με την ευνοϊκή επίδραση εξαγωγών πρώτων υλών και ξένων επενδύσεων κατα το πρώτο κύμα της παγκοσμιοποίησης απο το 1870 μέχρι το 1914. Η Ελλάδα πάντως, παρα τις αδυναμίες της, κατάφερε να αναπτυχθεί ταχύτερα απο τις δυο άλλες νοτιοευρωπαϊκές χωρες. Στην περίοδο 1912-55 η Ελλάδα ηταν εμπόλεμη και στις δυο συρράξεις. Η Πορτογαλία συμμετείχε μόνο στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο ενω οι υπόλοιπες χώρες παρέμειναν ουδέτερες και στους δυο. Στην περίοδο αυτή η Πορτογαλία κατάφερε να ξεχωρίσει. Η Ελλάδα ομως, παρά τις εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, είχε σχεδόν την ίδια ανάπτυξη με τις άλλες τρεις ουδέτερες χώρες.

Στην περίοδο 1956-2018 οι τρεις ευρωπαϊκές χώρες υπερακοντίζουν αναπτυξιακά τις δυο λατινοαμερικανικές. Η Ελλάδα υπολείπεται οριακά της Ισπανίας και της Πορτογαλίας λόγω της βαθιάς κρίσης χρέους των τελευταίων ετών. Συνολικά, απο το 1850 μέχρι το 2018, η Ελλάδα ειχε περίπου ισοδύναμη ανάπτυξη με την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Χιλή, ξεπερνώντας την Αργεντινή.

Η συνοπτική μας αναδρομή παρακάμπτει τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας – ειδικά την ανεπάρκεια συσσώρευσης κεφάλαιου, εκβιομηχάνισης και εξωστρέφειας – που μείωσαν την ανθεκτικότητα της στις διεθνείς κρίσεις. Ομως η ελληνική οικονομία κατέδειξε δυναμισμό και ευελιξία, ανακάμπτοντας απο βαθιές ανατροπές, οπως αυτές των δυο παγκοσμίων πολέμων, στους οποίους οι συγκρίσιμες χώρες ήταν πολυ λιγότερο εκτεθειμένες. Συμπερασματικά, αν και το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να ηταν σαφώς ανώτερο, θα πρέπει να είμαστε γενικά ικανοποιημένοι απο τα 200 χρόνια της παλλιγενεσίας!

Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι Οικονομολόγος, Πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α

Money Review