ΑΠΟΨΕΙΣ

Αυστραλία και Facebook

Τις τελευταίες ημέρες η Αυστραλία έχει αναδειχθεί στο νέο μέτωπο του πολέμου μεταξύ κρατικής εξουσίας και των εταιρειών ψηφιακής τεχνολογίας (Big Tech). Ο λόγος είναι ο νόμος που ψήφισε η κυβέρνησή της και υποχρεώνει τις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες να πληρώνουν τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης όταν αναρτούν ειδήσεις από αυτά. Ως αντίδραση, το facebook αποφάσισε να μπλοκάρει την ανάρτηση και τον διαμοιρασμό οποιουδήποτε ενημερωτικού περιεχομένου στην Αυστραλία.

Οι αντιδράσεις ήταν, φυσικά, εξόχως αρνητικές. Το γεγονός ότι μπλοκαρίστηκε ακόμα και η σελίδα του σεβαστού ABC – του αντίστοιχου BBC της Αυστραλίας – προκάλεσε αλγεινή εντύπωση την στιγμή που ιδιωτικοί χρήστες εξακολουθούν να διαμοιράζονται θεωρίες συνωμοσίας και ανακριβείς ειδήσεις από αμφιβόλου αξιοπιστίας ιστοσελίδες. Τα περισσότερα μέσα διεθνώς επίσης καταδίκασαν την εκβιαστική ενέργεια του facebook, σε αντίθεση με την κυβέρνηση της Αυστραλίας που προσπαθεί να βάλει κανόνες στην λειτουργία του διαδικτύου.

Είναι όμως αυτό το απλό σχήμα «πολιτική εναντίον Big Tech», στο οποίο είμαστε συνηθισμένοι πια, ακριβές στην περίπτωση της Αυστραλίας; Ο καινούριος νόμος στον οποίο αντιδρά το facebook προβλέπει να πληρώνουν οι εταιρείες ψηφιακής τεχνολογίας για τις ειδήσεις που αναπαράγουν από τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Δεν είναι όμως αυτές οι πλατφόρμες που βοηθούν τον παραδοσιακό τύπο να απευθυνθεί σε ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό από αυτό που θα έφτανε μόνος του; Όταν μια αυστραλέζικη εφημερίδα δημοσιεύει ένα άρθρο στην έντυπη έκδοσή της θα το διαβάσουν στην καλύτερη περίπτωση μερικές εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες. Αν το ίδιο άρθρο διαμοιραστεί στα μέσα δικτύωσης, θα μπορέσει να φτάσει ενδεχομένως σε εκατομμύρια χρήστες οπουδήποτε στον κόσμο.

Με δεδομένο ότι η google και το facebook δεν παράγουν οι ίδιες δημοσιογραφικό περιεχόμενο αλλά λειτουργούν ως πλατφόρμες, παρέχοντας την υπηρεσία διαμοιρασμού δωρεάν, με ποια λογική πρέπει να πληρώνουν για αυτό το περιεχόμενο; Και μάλιστα όχι μόνο για ειδήσεις που αναρτώνται στις επίσημες σελίδες των παραδοσιακών ΜΜΕ, αλλά, όπως προβλέπει ο νόμος, ακόμα και αν ένας απλός χρήστης ποστάρει μόνος του το λινκ μιας είδησης. Από αυτήν την άποψη, το μποϊκοτάζ του facebook στις παραδοσιακές ειδήσεις στην Αυστραλία δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν, ομολογουμένως επιθετικό, τρόπο να δείξει πώς θα ήταν ο κόσμος αν οι ψηφιακές εταιρείες δεν διευκόλυναν και διέδιδαν το έργο της παραδοσιακής δημοσιογραφίας.

Το επόμενο ερώτημα είναι ποιος ωφελείται από αυτόν τον πόλεμο στις εταιρείες Big Tech. Το κυβερνών κόμμα της Αυστραλίας είναι το Φιλελεύθερο Κόμμα, αντίστοιχο του βρετανικού Συντηρητικού και του αμερικανικού Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Όπως και τα άλλα αγγλοσαξονικά κεντροδεξιά κόμματα, το Φιλελεύθερο Κόμμα βρίσκεται πολύ κοντά (οι αντίπαλοί του λένε ότι ελέγχεται πλήρως) στον μεγιστάνα του τύπου Ρούπερτ Μέρντοχ, γνωστό για τις δεξιές θέσεις του, ιδιαίτερα σε ζητήματα οικονομίας και περιβάλλοντος, οι οποίες εκφράζονται από τα μέσα που του ανήκουν: μεταξύ άλλων, το κανάλι Fox στις ΗΠΑ, η εφημερίδα Sun στην Βρετανία και σειρά εφημερίδων και σταθμών στην Αυστραλία, από όπου κατάγεται.

Ο Μέρντοχ όμως δεν είναι μόνο ένας δεξιός ιδεολόγος αλλά και, κυρίως, ένας παλιομοδίτικος επιχειρηματίας που ποτέ δεν συμβιβάστηκε με την ψηφιακή εποχή – αν και δισεκατομμυριούχος, κατά βάθος παραμένει ένας απλός εκδότης εφημερίδας, όπως δηλώνει. Οι γνώστες της αυστραλέζικης πολιτικής βλέπουν στον νέο ψηφιακό νόμο ένα εξόφθαλμο «ρουσφέτι» του Φιλελεύθερου Κόμματος υπέρ του Μέρντοχ, ο οποίος μαζί με άλλους μεγάλους ομίλους ενημέρωσης ελπίζει να κερδίσει εκατομμύρια από την υποχρέωση των ψηφιακών εταιρειών να πληρώνουν για να αναρτούν τις ειδήσεις που παράγουν τα μέσα του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μια μέρα πριν την δημοσίευση του νόμου ο Μέρντοχ είχε υπογράψει συμφωνία με την google με αυτό ακριβώς το αντικείμενο – ο ψηφιακός κολοσσός φαίνεται προτίμησε να αποφύγει άλλη μια δημόσια διαμάχη με έναν παίκτη που ακόμα ελέγχει μεγάλο ποσοστό της παγκόσμιας ενημέρωσης. Και είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι, ενώ οι μεγάλες εφημερίδες της Αυστραλίας στηρίζουν ομόθυμα τον νόμο, πολλά μικρότερα μέσα ενημέρωσης είχαν αντιταχθεί, ακριβώς γιατί διέβλεπαν ότι σε περίπτωση ρήξης εκείνα θα πλήττονταν περισσότερο από έναν αποκλεισμό από το facebook, όπως και έγινε.

Μια επιπλέον ενδιαφέρουσα διάσταση είναι ότι η διαμάχη της αυστραλέζικης δεξιάς με το facebook στο όνομα της δημοκρατίας και της ελευθερίας της έκφρασης έρχεται να προστεθεί στην προ μηνός ρήξη στις ΗΠΑ μεταξύ των Ρεπουμπλικάνων και της Σίλικον Βάλεϊ λόγω του αποκλεισμού του Τραμπ από το διαδίκτυο μετά την εισβολή των οπαδών του στο Καπιτώλιο. Αρκετοί Βρετανοί Συντηρητικοί και Αμερικάνοι Ρεπουμπλικάνοι πολιτικοί εξέφρασαν «αλληλεγγύη» με τον Αυστραλό πρωθυπουργό Σκοτ Μόρισον που «πολεμά για την δημοκρατία» ενάντια «στο φιλελεύθερο κατεστημένο του διαδικτύου».

Η ρύθμιση του διαδικτύου και της ψηφιακής τεχνολογίας ήταν αίτημα εδώ και χρόνια, και μάλιστα αρχικά φαινόταν να υιοθετείται από την αριστερά ως τρόπος ελέγχου επιχειρηματικών κολοσσών που φοροδιαφεύγουν και επιτρέπουν την διασπορά παραπληροφόρησης. Οι τελευταίες εξελίξεις όμως ενδεχομένως να σηματοδοτούν την πολιτικοποίηση αυτού του ζητήματος από τα δεξιά, ως αίτημα όχι οικονομικής και κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά εθνικής κυριαρχίας και ελευθερίας του λόγου σε μια εποχή «πολιτικής ορθότητας».

Όπως και με την περίπτωση της εγκαταλελειμμένης από την αριστερά μεταβιομηχανικής εργατικής τάξης που έδωσε την νίκη στον Τραμπ και το Μπρέξιτ πριν κάποια χρόνια, θα έχει ενδιαφέρον να δούμε αν και η ψηφιακή πολιτική γίνει ανέλπιστα προνομιακό πεδίο για την δεξιά, με ό,τι αυτό σημαίνει για τον τρόπο που αυτή θα κατανοηθεί ως πρόβλημα και τις πολιτικές που θα επιβληθούν για να το λύσουν.

Money Review