ΑΠΟΨΕΙΣ

Me too και παραγραφή

Επ’ αφορμή του πρόσφατου κύματος καταγγελιών για πράξεις προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αρκετές από τις οποίες είχαν λάβει χώρα πριν από πολλά χρόνια, τέθηκε στο δημόσιο διάλογο και το ζήτημα της σκοπιμότητας ύπαρξης παραγραφής, ειδικά για εγκλήματα μεγάλης ηθικής απαξίας. Ο προβληματισμός συνδέεται με την έννοια της απόδοσης δικαιοσύνης και την πρόσληψή της από το κοινωνικό σώμα και, συνεπώς, δεν έχει αμιγώς νομική διάσταση. Μας αφορά όλους ως πολίτες -κι έτσι αντιμετωπίζεται στις γραμμές που ακολουθούν.

Η παραγραφή είναι, όπως δέχονται παγίως τα δικαστήρια, ελληνικά και διεθνή, θεσμός δημόσιας τάξης, που έχει τεθεί υπέρ της λεγόμενης «ασφάλειας δικαίου», δηλαδή της εκκαθάρισης εκκρεμοτήτων προς διασφάλιση της κοινωνικής ομαλότητας. Παρότι προσιδιάζει κατεξοχήν στο αστικό δίκαιο, σε διαφορές με οικονομικό κυρίως περιεχόμενο που δεν πρέπει να «τρενάρουν» απεριόριστα (κατά τον ελληνικό Αστικό Κώδικα, η παραγραφή για αξιώσεις είναι 20ετής, εκτός αν υπάρχει άλλη ειδική ρύθμιση), βρίσκει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο. Ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας ορίζει ότι τα κακουργήματα παραγράφονται μετά 20 έτη, αν προβλέπεται για αυτά ποινή ισόβιας κάθειρξης και μετά από 15 έτη σε κάθε άλλη περίπτωση. Τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά από 5 έτη και τα πταίσματα μετά από 2, ενώ υπάρχουν ειδικές διαρρυθμίσεις για την εκκίνηση του χρόνου παραγραφής και για την αναστολή της.

Κατά καιρούς, όπως έγινε πρόσφατα, για αδικήματα ήσσονος σημασίας –στην προκείμενη περίπτωση που επέσυραν ποινές έως ένα χρόνο φυλάκισης- η παραγραφή μπορεί να χρησιμοποιείται για σκοπούς αποσυμφόρησης των δικαστηρίων. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβαίνει, και δεν συμβαίνει, για σοβαρά ή μεγάλης απαξίας αδικήματα, όπως αυτά που ήρθαν στο φως τον τελευταίο καιρό. Όμως και γι’ αυτά ισχύει η παραγραφή, με βάση τις πιο πάνω διακρίσεις. Ούτε το «έγκλημα των εγκλημάτων» από πλευράς δημοσίου συμφέροντος, η εσχάτη προδοσία, εξαιρείται, αφού σύμφωνα με ρητή συνταγματική διάταξη (άρθρο 120 παρ. 3), η παραγραφή του αρχίζει «μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία». Η μόνη εξαίρεση είναι διεθνής, βάσει ειδικής Σύμβασης του 1968, που τέθηκε σε εφαρμογή το 1970, κατόπιν απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών και αφορά αποκλειστικά στα εγκλήματα πολέμου και στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (γενοκτονία, απαρτχάιντ). Για όλα τα άλλα εγκλήματα, οι έννομες τάξεις όλων των χωρών διαθέτουν προβλέψεις περί παραγραφής.

Δικαιολογείται μια τόσο γενική εφαρμογή της παραγραφής; Δεν είναι, σε οριακές τουλάχιστον περιπτώσεις, εύλογο να μην τίθεται κανένας περιορισμός στην απόδοση δικαιοσύνης; Γιατί το πέρασμα του χρόνου να θεωρείται πιο σημαντικής αξίας αγαθό για την κοινωνική ειρήνη από την αποκάλυψη και τιμωρία των ενόχων, όποτε και αν συμβεί;            

Στα ερωτήματα αυτά, που αγγίζουν τον φιλοσοφικό πυρήνα του δικαίου, οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες, οφείλουν όμως να ίστανται υπεράνω της συγκυρίας ή των συναισθημάτων που γεννούν μεμονωμένες περιπτώσεις. Η «ασφάλεια δικαίου» δεν αντιμετωπίζεται από τη σκοπιά του δράστη, οι διατάξεις περί παραγραφής δεν έχουν σκοπό να «προστατεύσουν» ή να «επιβραβεύσουν» το πρόσωπο που εγκλημάτησε και που, από τύχη, αμέλεια ή δικές του ενέργειες, ξέφυγε από το δόκανο του νόμου. Κρίσιμος δεν είναι ούτε ο διαρκής φόβος αποκάλυψης του δράστη, ούτε η πιθανή αλλοίωση ή εξαφάνιση στοιχείων με το πέρασμα του χρόνου. Το προστατευόμενο αγαθό είναι αυτό που ο Ιωάννης Μανελωδέκης ονόμασε «κοινωνικό περιεχόμενο του δικαίου»: η ειρήνευση της κοινωνικής τάξης μέσα από το πέρασμα –εύλογου γιατί συνδεόμενου με τη βαρύτητα των εγκλημάτων- χρόνου, ακόμα και με ανάληψη του κινδύνου ορισμένες πράξεις να μην τιμωρηθούν. Μια κοινωνία δεν μπορεί να πάει μπροστά αν κοιτάζει συνεχώς πίσω, αν ανασκαλεύει εσαεί τα παλιά τραύματα –αυτή είναι παγκοσμίως η ratio της ποινικής παραγραφής.

Η πρόβλεψη εξαιρέσεων, ακόμα και αν πρόκειται για εγκλήματα ιδιαίτερης απαξίας, θα δημιουργούσε δύο προβλήματα: θα διασπούσε την ενότητα της ποινικής καταστολής και θα ήγειρε ζητήματα ιδιαίτερα λεπτών και εν πολλοίς συγκυριακών συγκρίσεων και αξιολογήσεων. Η ύπαρξη της παραγραφής, εκτός από το γενικό και κοινωνικά εξομαλυντικό της χαρακτήρα, έχει και παιδαγωγική σημασία: ωθεί τη μεν Πολιτεία σε έγκαιρη δράση, τα δε ενδεχόμενα θύματα ή τους κοινωνούς εγκληματικούς πράξεων σε έγκαιρη καταγγελία, ώστε να αρχίσει η ποινική δίωξη. Το τελευταίο αυτό στοιχείο βρίσκει απόλυτη εφαρμογή στα πρόσφατα γεγονότα και αναδεικνύει την αξία των γενναίων ανθρώπων που έσπασαν το φράγμα του φόβου, της ντροπής και της σιωπής, ώστε να τους ακολουθήσουν και άλλοι παθόντες ή γνωρίζοντες. Και ώστε να φτάσει τελικά ο θεσμός της παραγραφής να ενισχύει όχι μόνο στη θεωρία αλλά και στην πράξη την απονομή δικαιοσύνης.

*Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος, πρ. Ευρωβουλευτής      

 

Money Review