ΑΠΟΨΕΙΣ

2025 όπως 2019

Είναι ήδη γνωστό ότι η κρίση της COVID-19 δεν είναι μόνο άλλη μια πανδημία ή μια κρίση του δημοσίου συστήματος υγείας. Έχει και χαρακτηριστικά που δείχνουν μια πολύ αρνητική επίπτωση στην παγκόσμια οικονομία, όπου μάλιστα η παγκοσμιοποίηση έχει κατορθώσει να πολλαπλασιάζει τις επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη και να καθυστερεί επανορθωτικές δραστηριότητες. Το αποτέλεσμα ήταν μέχρι σήμερα μια σημαντική μείωση του εισοδήματος, αύξηση της ανεργίας, διαταραχές στην αλυσίδα τροφοδοσίας και στις μεταφορές. Μπορεί οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες να έχουν αντιδράσει με αύξηση δημοσίων δαπανών, αναστολή (ή και μείωση) φορολογικών υποχρεώσεων και αύξηση της ρευσότητας, αλλά η επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών είναι πολύ πιο σοβαρή.

Η παρουσία της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, η αστικοποίηση και η κλιματική αλλαγή είναι σημαντικοί παράγοντες που επιτείνουν τις αρνητικές επιδράσεις της πανδημίας που χρειάζονται εντούτοις μια συλλογική προσπάθεια αντίδρασης και τη μετάβαση σε υψηλότερο επίπεδο του συντονισμού άσκησης οικονομικών πολιτικών σε παγκόσμιο επίπεδο και όχι σε αυτό μεμονωμένων οικονομιών. Τέτοια συλλογική αντίδραση είναι επιτακτική ανάμεσα σε κυβερνήσεις, μη κυβερνητικούς οργανισμούς και ιδιωτικό τομέα ώστε να ενισχυθούν οικονομικές πολιτικές και πολιτικές που θα ενισχύσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα σε παγκόσμια κλίμακα.

Σε συνάρτηση με τη χρήση φαρμάκων ή εμβολίων η παγκόσμια οικονομία όσο και η ελληνική χρειάζονται συγκεκριμένες στρατηγικές εξόδου από την κρίση της πανδημίας. Βραχυπρόθεσμα, σε μακροοικονομικό επίπεδο, οι οικονομικές αρχές θα συνεχίσουν να ασκούν χαλαρές δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές, με τον κίνδυνο μακροπρόθεσμα να αυξήσει την έκθεση των οικονομιών σε αυξημένες συνθήκες κινδύνου που συνδέονται με αυξημένα ελλείμματα και χρέη, να υποσκάψει την ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος και έτσι σύντομα να ακυρώσει την επεκτατική προσπάθεια. Αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί με μια πιο προσεκτική κατανομή των πόρων όχι μόνον και μακροπρόθεσμα πολιτικών επιδοτήσεων αλλά στόχευσης των δαπανών και της ρευστότητας σε χρήσεις που χαρακτηρίζονται από σημαντικά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα, όπως σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε έρευνα, στην παιδεία και στις νέες τεχνολογίες αλλά και στις επενδύσεις σε ιατροφαρμακευτικό εξοπλισμό και υποδομές. Δυστυχώς, και στη χώρα μας αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, τέτοιες επιλεκτικές επενδυτικές προσπάθειες δεν αναλαμβάνονται σε σημαντικό βαθμό, γεγονός που αναμένεται να καθυστερήσει την επαναφορά της παγκόσμιας οικονομίας σε τροχιά δυναμικής ανάπτυξης.

Και επειδή πολλοί τρέφονται από ποσοτικές εκτιμήσεις, οι προβλέψεις μας σε ποσοτικό επίπεδο τόσο για την ελληνική, όσο και για την παγκόσμια οικονομία, με βάση τις τρέχουσες πολιτικές φόρων, δαπανών και επιδοτήσεων, οι προβλέψεις για τον χρηματοπιστωτικό τομέα είναι μάλλον αποθαρρυντικές. Συγκεκριμένα, το οικονομετρικό μας υπόδειγμα δείχνει ότι η παγκόσμια οικονομία θα επανέλθει στα επίπεδα Δεκεμβρίου 2019 μετά το 2024, με όριο το 2025-2026, ενώ για την ελληνική οικονομία εξετάσαμε δύο σενάρια: το πρώτο με τις τρέχουσες επιδόσεις του τουριστικού τομέα, και το δεύτερο με αυξήσεις τουριστικού κύματος μέχρι το 2025 κατά 10% κάθε έτος. Στο μεν πρώτο σενάριο, η ελληνική οικονομία θα επανέλθει σε επίπεδα Δεκεμβρίου 2019 μετά το 2027. Στο δεύτερο σενάριο, το 2025. 

*Ο Δρ. Νικόλαος Απέργης είναι καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς και University of Derby. 

Money Review