Life & Arts Παρασκευή 5/03/2021, 12:40 ΚΟΡΑΛΙΑ ΞΕΠΑΠΑΔΕΑ
LIFE & ARTS

Charlotte Gainsbourg: Η εκλεπτυσμένη «αλήτισσα» του ευρωπαϊκού σινεμά

Οκτώ λόγοι που αγαπάμε τη Charlotte Gainsbourg όσα χρόνια κι αν περνάνε

neolaia.gr

Η Charlotte Gainsbourg (Σαρλότ Γκενσμπούργκ) είναι από εκείνες τις ηθοποιούς τoυ διεθνούς κινηματογραφικού σύμπαντος που διακρίνονται για την εσωτερικότητα των ερμηνειών τους, καταφέρνοντας, με τον πιο πηγαία εκφραστικό τρόπο (ατάκα, κίνηση, έκφραση προσώπου), να εκφράζουν όλη τη γκάμα των μελαγχολικών συναισθημάτων.

Η Charlotte είναι μισή Γαλλίδα μισή Αγγλίδα ηθοποιός, τραγουδίστρια και συνθέτρια, γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1971, μεγάλωσε στη μητρόπολη της Γαλλίας και είναι κόρη του εμβληματικού ζευγαριού της γαλλικής ποπ, του Γάλλου μουσικού, Serge Gainsbourg και της Αγγλίδας ηθοποιού, Jane Birkin. 

Έχει πρωταγωνιστήσει σε διάφορες ταινίες γνωστών σκηνοθετών, αλλά η σταθερότερη συνεργασία της είναι αυτή με τον “αιρετικό” δημιουργό ταινιών, Λαρς φον Τρίερ, ενώ η ίδια έχει κερδίσει δύο βραβεία Σεζάρ, ένα το 1985 και ένα 1999, αλλά και το βραβείο καλύτερης ηθοποιού στο φεστιβάλ των Καννών, το 2009.

Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο γίνεται στο πλευρό της Κατρίν Ντενέβ στο «Paroles et Musique» το 1984, ενώ την ίδια χρονιά, η Gainsbourg εμφανίζεται με τον πατέρα της στο (παρεξηγημένο) βίντεο κλιπ του «Lemon incest». Ένα χρόνο αργότερα, όλα τα φώτα της δημοσιότητας είναι πάνω της, αφού κερδίζει το βραβείο Σεζάρ για την ερμηνεία της στην ταινία του Claude Miller «L’ Effrontee»

Η καλλιτεχνική συνεργασία με τον πατέρα της συνεχίζεται και το 1986, με την ταινία «Charlotte Forever», η οποία, παρότι δεν απέσπασε τις καλύτερες κριτικές, αφήνει πίσω της ένα μουσικό άλμπουμ. Δύο χρόνια αργότερα, το 1988, η Γαλλίδα ηθοποιός επιστρέφει κοντά στον Claude Miller για το φιλμ «La petite Voleuse» (βασισμένο σε ένα ανολοκλήρωτο σενάριο του François Truffaut), όπου υποδύεται μια 16χρονη έφηβη που πειραματίζεται σεξουαλικά και “φλερτάρει” με την παρανομία. Παίζοντας άψογα τη χειραφετημένη έφηβη, η Gainsbourg επαναλαμβάνει τον ρόλο στη μαύρη κωμωδία «Merci la vie» το 1991, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Bertrand Blier, ενώ το 1992 το ερμηνευτικό της ρεπερτόριο διευρύνεται με το «Αmoureuse» του Jacques Doillon.

 Εξίσου γνωστή έγινε επίσης από τον πρωταγωνιστικό της ρόλο το 1996, ως Jane Eyre, στην κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος της Σαρλότ Μπροντέ «Τζέιν Έιρ», μια ταινία του προσφάτως εκλιπόντος σκηνοθέτη, Φράνκο Τζεφιρέλι.

Δεκατρία χρόνια αργότερα, κι ενώ έχουν μεσολαβήσει τουλάχιστον 20 ταινίες που συμμετείχε (Les Misérables21 Gramms, My Wife Is an Actress, Happily Ever After, The Science of Sleep, Samba κ.α.), η Charlotte Gainsbourg πρωταγωνιστεί στο «Antichrist» του Λαρς Φον Τρίερ, σε μια από τις πιο ακραίες σκηνές του σύγχρονου ευρωπαϊκού σινεμά, ενσαρκώνοντας τον ρόλο μιας νευρασθενικής μητέρας, η οποία, μετά τον θάνατο του παιδιού της, για τον οποίο και υποφέρει από βασανιστικές τύψεις, απομονώνεται με τον σύζυγό της (Γουίλεμ Νταφό) σε ένα ξύλινο σπίτι στο δάσος, με το σενάριο της ταινίας να προβάλλει αμφιλεγόμενες ερωτικές σκηνές στα όρια του σαδισμού (ακρωτηριασμούς γεννητικών οργάνων). Για τον συγκεκριμένο ρόλο, η Gainsbourg παίρνει το Βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Καννών.

Το 2013, η συνεργάστηκε για τρίτη φορά με τον Λαρς Φον Τρίερ για το “Nymphomaniac”, πράγμα που η ίδια χαρακτήρισε ως “ευλογία”, καθιστώντας ξεκάθαρο πια ότι πρόκειται για έναν δυνατό δεσμό ηθοποιού με σκηνοθέτη, απ’ αυτούς που η έμπνευση του ενός αλληλοσυμπληρώνει και αλληλοσυμπληρώνεται απ’ την ερμηνευτική δεινότητα του άλλου.

Δε χρειάζονται πολλά λόγια για την ταινία: Πρόκειται για μια αφήγηση που μας εισάγει στο εσωτερικό “ταξίδι” της νυμφομανούς Τζο, μέσα από τα μάτια της οποίας το σεξ διαρκώς δικαιώνεται, “καθαγιάζεται” και ανυψώνεται σε στάση ζωής, μακριά από ηθικές αναστολές και ταμπού, ενώ μια από τις χαρακτηριστικότερες ατάκες της αφήγησής στον ακροατή της, Σέλιγκαν, είναι το “Για κάθε εκατό εγκλήματα που γίνονται στο όνομα της αγάπης, μόνο ένα γίνεται στο όνομα του σεξ.” 

Λίγες ηθοποιοί μπορούν να φέρουν εις πέρας έναν τέτοιο ρόλο, που καταπιάνεται με ζητήματα σάρκας, σκληρότητας του σεξ, αιμομικτικής αγάπης, αποδαιμονοποίησης των υστερικών σεξουαλικών ενοχών.

Μπορεί η Charlotte Gainsbourg να έγινε ευρέως γνωστή στο κοινό μέσω του κινηματογράφου, όμως η μεγάλη της σταθερά ήταν και είναι η μουσική, πράγμα εξαρχής αναπόφευκτο, αν σκεφτείς την αγάπη που της εμφύσησε ο πατέρας της για τη μουσική. Εκεί φαίνεται να διοχετεύει το πάθος της και να εκφράζεται καλύτερα.

Ενδεικτικά: I am a Lie, Everything i Cannot See, Deadly Valentine, The Songs that We Sing, Trick Pony, Elstique, Don’t Forget to Forget Me, Heaven Can Wait, SongBird in a Cage, Les Oxalis, All the Rain.

 

O τέταρτος δίσκος της το 2007, με τίτλο «Rest», έρχεται να “ξεπλύνει” τις απώλειες που βάραιναν τη ψυχή της, μετά τον θάνατο του πατέρα της, αλλά και της ετεροθαλούς αδερφής της, η οποία εικάζεται πως αυτοκτόνησε, πηδώντας από τον τέταρτο όροφο ενός διαμερίσματος στο Παρίσι. Η Gainsbourg δίνει στο “Rest” έναν πιο ιδιοσυγκρασιακό και προσωπικό χαρακτήρα, μετουσιώνει τον πόνο σε τέχνη και δε διστάζει καθόλου εκθέσει τις ιδιωτικές πτυχές της διάθεσής της.

Διαβάστε περισσότερα στο neolaia.gr 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News