Business & Finance Παρασκευή 2/07/2021, 07:30
ΑΡΘΡΟ

Το κράτος υποβάλλει δηλώσεις αντί των φορολογουμένων

φωτ. InTime News

Της Μαρίας Γ. Πετροπούλου*

Ενώ είναι αυτονόητο ότι οι φορολογικές δηλώσεις υποβάλλονται μόνο από τους ίδιους τους φορολογουμένους ή από τα πρόσωπα που οι ίδιοι έχουν εξουσιοδοτήσει, προσφάτως, εντοπίστηκαν περιπτώσεις, στις οποίες η φορολογική διοίκηση, υποκαθιστώντας προφανώς τους φορολογουμένους και δίχως ουδεμία σύμπραξη ή συναίνεση από πλευράς τους, προέβη στην υποβολή τροποποιητικών δηλώσεων προσθέτοντάς τους εισοδήματα που οι ίδιοι δεν είχαν δηλώσει ποτέ.

Οι υποθέσεις αυτές αφορούν κατοίκους εξωτερικού για τους οποίους εκδόθηκαν πράξεις διοικητικού προσδιορισμού, κατόπιν τροποποιητικών δηλώσεων, που υπεβλήθησαν όχι από τους ίδιους, αλλά από την εφορία (!). Κλήθηκαν, δηλαδή, να πληρώσουν πολλές χιλιάδες ευρώ για εισοδήματα που οι ίδιοι δεν είχαν δηλώσει ποτέ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η διοίκηση φαίνεται ότι παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και έθεσε εκποδων τις αρχές και τις στοιχειώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις που διέπουν τη σχέση του φορολογούμενου με το κράτος, αλλά και τον κοινώς αποδεκτό και αυτονόητο κανόνα που θέλει η δήλωση να υποβάλλεται από τον δηλούντα.

Επίσης, σημειώνεται ότι αυτή η συμπεριφορά της φορολογικης διοίκησης γεννά και ζητήματα που αφορούν στην προστασία των προσωπικών δεδομένων των φορολογουμένων. Η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση της φορολογικής αρχής στα προσωπικά δεδομένα των φορολογουμένων που είναι συγκεντρωμένα στο σύστημα TAXISNET και η μη προβλεφθείσα στον νόμο επεξεργασία αυτών από τη διοίκηση απαγορεύεται από τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Η αντίθεση, λοιπόν, της ως άνω πρακτικής της διοίκησης στην ελληνική και ενωσιακή νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα είναι τουλάχιστον προφανής, καθώς κατά αυτόν τον τρόπο η ιδιωτικότητα των φορολογουμένων παραβιάζεται κατάφωρα.

Οι υποθέσεις αυτές συγκεντρώνουν δύο κοινά χαρακτηριστικά: πρώτον, στην πλειονότητά τους αφορούν φορολογικούς κατοίκους εξωτερικού και δεύτερον, οι αντίστοιχες τροποποιητικές δηλώσεις υπεβλήθησαν λίγες ημέρες πριν λήξει η προθεσμία της διοίκησης για έκδοση πράξης διοικητικού ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου. Ενώ, δηλαδή, η φορολογική διοίκηση όφειλε εάν είχε στη διάθεσή της νέα στοιχεία να ακολουθήσει τη διαδικασία έκδοσης διορθωτικού προσδιορισμού, επέλεξε υποβάλλοντας η ίδια δήλωση, να εκδώσει πράξεις διοικητικού προσδιορισμού.

Με τον τρόπο αυτό, επειδή η διαδικασία του διοικητικού προσδιορισμού είναι «φτωχότερη» σε διαδικαστικές εγγυήσεις σε σχέση με την αντίστοιχη του διορθωτικού προσδιορισμού, οι φορολογούμενοι στερήθηκαν τόσο τη δυνατότητα συμμετοχής τους στη διαδικασία πριν την έκδοση της πράξης (π.χ. μέσω της προηγούμενης ακρόασής τους) όσο και τη δυνατότητα να πληροφορηθούν (π.χ. μέσω μιας έκθεσης ελέγχου) επί ποίων στοιχείων στηρίχτηκε ο νέος προσδιορισμός του φόρου προκειμένου να είναι σε θέση να προσφύγουν αποτελεσματικά ενώπιον της διοίκησης ή των δικαστηρίων.

Σε μία από τις ως άνω περιπτώσεις φορολογικών κατοίκων εξωτερικού, η οποία, μάλιστα, εκκρεμεί ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, όλες οι προαναφερθείσες παραβάσεις της νομοθεσίας προκαλούν ιδιαίτερα σημαντική βλάβη σε βάρος του φορολογουμένου. Ειδικότερα, στην περίπτωση αυτή, η ανυπόστατη τροποποιητική δήλωση δεν αποτέλεσε το μοναδικό έρεισμα της νέας πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου. Αντίθετα, στο «σώμα» της εν λόγω πράξης γινόταν αναφορά σε στοιχεία που προέκυψαν από αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών από τη φορολογική διοίκηση της αλλοδαπής. Η αναφορά αυτή, ωστόσο, ήταν γενική και αόριστη και δεν εξειδίκευε ποια στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν. Επομένως, ο φορολογούμενος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τα στοιχεία που οδήγησαν στον νέο φόρο που καλείτο να πληρώσει. Άρα, στις ήδη πενιχρές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του, προστίθεται και η γενική μνεία σε στοιχεία- προϊόντα ανταλλαγής πληροφοριών με την αλλοδαπή διοίκηση.

Τέλος, ο φορολογούμενος δεν είχε καμία ευκαιρία να εισφέρει ενώπιον της διοίκησης, πριν την έκδοση της πράξης, τους πραγματικούς ισχυρισμούς του για την ουσία της υπόθεσής του. Επισημαίνεται ότι με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς, ο εν λόγω φορολογούμενος μπορούσε να αποδείξει πως τα ποσά που καταχρηστικώς προσέθεσε η διοίκηση στα φορολογητέα εισοδήματά του αντιστοιχούν σε ήδη φορολογηθέντα εισοδήματα από τη μισθωτή του εργασία στην αλλοδαπή. Το δικαίωμά του, ωστόσο, σε προηγούμενη ακρόαση παραγνωρίστηκε και η διοίκηση προχώρησε στην έκδοση της νέας πράξης δίχως να του δώσει τη δυνατότητα να ακουστεί προηγουμένως.

Επανερχόμενοι, ωστόσο, στη μεγάλη εικόνα, πρέπει να επισημανθεί ότι η εφορία οφείλει να αξιοποιεί τα μέσα που διαθέτει με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και να μην τα εκμεταλλεύεται σε βάρος των φορολογουμένων. Το ανήκουστο της υποκατάστασης προσώπων και η υποβολή τροποποιητικής δήλωσης, οίκοθεν από τη διοίκηση, πρέπει να αναγνωριστεί σύντομα από τις αρμόδιες αρχές ως απαράδεκτη πρακτική, προκειμένου να αποφευχθούν παρόμοιες ενέργειες στο μέλλον. Δίπλα, μάλιστα, σε αυτή την κατακριτέα πρακτική της διοίκησης, πρέπει να τεθούν και τα λοιπά ζητήματα των εγγυήσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας προσδιορισμού φόρου, τα οποία πρόκειται να βελτιώσουν τόσο τη θέση των διοικουμένων ενώπιον της διοίκησης όσο και την αποτελεσματικότητά της.

*Δικηγόρος LLM

Money Review