ΑΠΟΨΕΙΣ

H διαχείριση των ανατιμήσεων

Φωτ. Shutterstock

Παρά τη διοχέτευση σημαντικών ποσοτήτων ρευστότητας στο πλαίσιο της απόλυτης δημοσιονομικής χαλάρωσης από κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες, για τον κατευνασμό και την απάλυνση των συνεπειών της πανδημικής κρίσης σε συνδυασμό και με τη φθίνουσα παραγωγή, όλοι ανέμεναν εξ αυτού του γεγονότος έκρηξη της ζήτησης που θα λειτουργούσε αναθερμαντικά για την πραγματική οικονομία.

Το φαινόμενο με άλλα λόγια του πληθωρισμού ζήτησης εξέλιπε, καθώς τα νοικοκυριά ενδιαφέρθηκαν περισσότερο να κρατήσουν το χρήμα ή να το διασφαλίσουν σε τράπεζες με το αιτιολογικό της ανασφάλειας και του φόβου της προοπτικής εξέλιξης της πανδημίας ή της αβεβαιότητας που χαρακτήριζε το μέλλον.

Από την άλλη, τα επαναλαμβανόμενα και καταστροφικά lockdowns της οικονομίας από τον περασμένο Μάρτιο του 2020 επέφεραν ανυπέρβλητες δυσκολίες στις παραγωγικές επιχειρήσεις του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα με υπερσυσσώρευση χρεών και προβλήματα ρευστότητας. Η επιβίωση πολλών κυρίως μικρομεσαίων επιχειρήσεων ήταν δύσκολη εξίσωση και οι επιχειρούμενες αναδιαρθρώσεις και  εφαρμογή πολιτικών οικονομιών κλίμακας δεν απεσόβησαν το «κλείσιμο» πολλών από αυτές. Σήμερα, η εκ των πραγμάτων αναμενόμενη έκρηξη της ζήτησης από πλευράς καταναλωτών σε μια οικονομία που σταδιακά αναθερμαίνεται και βρίσκεται στην αρχή του τέλους της υγειονομικής κρίσης, βρίσκει τις επιχειρήσεις ανέτοιμες να ανταποκριθούν σε αυτή τη ζήτηση με συνεπακόλουθα την αύξηση του γενικού επιπέδου τιμών, προϊόντων και συντελεστών παραγωγής.

Η άνοδος του κόστους πρώτων υλών ως αποτέλεσμα μεταξύ άλλων και της ανόδου του ενεργειακού κόστους (πετρέλαιο, φυσικό αέριο) προοιωνίζεται την εμφάνιση πληθωρισμού κόστους. Σημειωτέον ότι από το 2020 οι τιμές στα συμβόλαια φυσικού αερίου στις αγορές παραγώγων έχουν αυξηθεί ραγδαία, ενώ στις spot αγορές βραχυπρόθεσμων συναλλαγών η τιμή του έχει διπλασιαστεί στα τέλη του 2020.

Στη χώρα μας η χρηματιστηριακή τιμή ηλεκτρικής ενέργειας που ήταν στα 134,73 ευρώ, σήμερα έχει ξεπεράσει τα 240 ευρώ. Η μετάβαση λοιπόν της παγκόσμιας οικονομίας σε φάση ανάκαμψης σημαίνει αύξηση της ζήτησης και αύξηση των τιμών παραγωγού και πιθανόν των τελικών τιμών. Είναι από την άλλη πιθανό να προκύψουν ελλείψεις σε όλο το εύρος της εφοδιαστικής αλυσίδας από τα προϊόντα μέχρι τις μεταφορές (οδηγοί φορτηγών, κοντέινερ κ.ά.).

Το ερώτημα ωστόσο που κυριαρχεί έγκειται στο αν πρόκειται περί παροδικού φαινομένου πληθωριστικής πίεσης και ταχείας προσαρμογής της ζήτησης ή μονιμότερης κατάστασης που συνδέεται με τη διευρυμένη, επεκτατική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική.

Το πλέον πιθανό συγκλίνει υπέρ του παροδικού φαινομένου που ωστόσο η αντιμετώπισή του χρήζει άμεσης κυβερνητικής παρέμβασης, καθώς στη περίπτωση, για παράδειγμα, βαρυχειμωνιάς θα απαιτηθεί αύξηση εισαγωγής αερίου έως και 10%. Ως εκ τούτου πέραν της όποιας οικονομικής στήριξης που έχει ανακοινωθεί για τους ευάλωτους καταναλωτές, η Κομισιόν αξιοποιεί και το ταμείο δημοπρασιών ρύπων για χρηματοδότηση μέτρων κοινωνικής πολιτικής, κάτι που συνεπικουρεί τις κυβερνητικές αποφάσεις.

Το σοκ λοιπόν αυτό η οικονομία θα το υποστεί μάλλον σε μεσοπρόθεσμη βάση μέχρι τα μέσα του 2022, όπως εκτιμούν έγκριτοι αναλυτές και οίκοι αξιολόγησης, καθώς όσο επανέρχεται σε φάση κανονικότητας θα εκλείπουν και οι λόγοι ανησυχίας, αφού η βιομηχανική παραγωγή θα σταθεροποιηθεί, οι διακυμάνσεις προσφοράς – ζήτησης θα επιστρέψουν σε ικανοποιητικά επίπεδα και η αλυσίδα αξίας προϊόντων – υπηρεσιών θα ομαλοποιηθεί. Με αυτόν τον τρόπο οι προσδοκίες για μακροχρόνια υψηλό πληθωρισμό θα εξισορροπηθούν από την ίδια τη λειτουργία της αγοράς.

* Ο κ. Αντώνης Ζαΐρης είναι επίκ. καθηγητής Πανεπιστημίου Νεάπολις, Κύπρος, μέλος της American Economic Association και της Αmerican Philosophical Association. Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στην «Καθημερινή της Κυριακής».

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News