ΑΠΟΨΕΙΣ

Ταμείο Ανάκαμψης: Οι μεγάλες προκλήσεις

Ταμείο Ανάκαμψης: Οι μεγάλες προκλήσεις

Την προπερασμένη Τρίτη το συμβούλιο υπουργών ECOFIN ενέκρινε τα σχέδια ανάκαμψης δώδεκα χωρών, μεταξύ των οποίων και το ελληνικό. Επεσε έτσι η αυλαία της πρώτης πράξης του μεγάλου έργου που άρχισε να παίζεται στην ταλαιπωρημένη από την πανδημία Ευρώπη ακριβώς πριν από ένα χρόνο, με τη λήψη των μεγάλων αποφάσεων του Ιουλίου 2020. Η πρώτη πράξη συμπεριέλαβε την ιστορική συμφωνία για την ανάληψη αμοιβαίου χρέους, τη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης και τη χωρίς προηγούμενο αύξηση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, τον μαραθώνιο της έγκρισης των σχετικών κανονισμών μέσα από τις συμπληγάδες της συσχέτισής τους με τον σεβασμό του κράτους δικαίου, την προετοιμασία και υποβολή των εθνικών σχεδίων ανάκαμψης και, τέλος, την προχθεσινή έγκριση των δώδεκα εξ αυτών.

Με την έγκριση των πρώτων σχεδίων ανάκαμψης πήρε τέλος η φιλολογία και οι υπόρρητες ενστάσεις περί των προτεραιοτήτων που θα έπρεπε αυτά να ακολουθήσουν και ειδικότερα για το αν θα έπρεπε να στραφούν περισσότερο –αν όχι και αποκλειστικά– προς την ανακούφιση των πληγέντων από την πανδημία και ιδίως των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η απάντηση δόθηκε και ήταν σαφής: Το Ταμείο Ανάκαμψης αποσκοπεί, όπως και η πλήρης ονομασία του υποδηλώνει (Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας), στην ανάκαμψη και στη διασφάλιση της ανθεκτικότητας της οικονομίας και όχι στην προσωρινή ανακούφιση από τις συνέπειες της πανδημίας με παράλληλη διαιώνιση του υφισταμένου, και εν πολλοίς αποτυχημένου, παραγωγικού μοντέλου. Αυτό σημαίνει ότι τα εθνικά σχέδια ανάκαμψης θα δώσουν προτεραιότητα σε επιχειρήσεις και κλάδους που μπορούν να συμβάλουν σε αυτή την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και στην αύξηση του εθνικού πλούτου και της βιώσιμης απασχόλησης. Η ανακούφιση από τις επιπτώσεις της πανδημίας έχει επαρκώς αναληφθεί και θα συνεχίσει να αναλαμβάνεται μέσα από άλλα χρηματοδοτικά μέσα, ευρωπαϊκά και εθνικά.

Τώρα ανοίγει η αυλαία της δεύτερης πράξης, της περιόδου υλοποίησης. Η πρόκληση για τη χώρα μας είναι τεράστια. Μέσα στα επόμενα έξι χρόνια θα πρέπει να «τρέχει» με ρυθμούς απορρόφησης ευρωπαϊκών πόρων τουλάχιστον τριπλάσιους από τους σημερινούς. Ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να υλοποιήσει στο ίδιο διάστημα δεκάδες σημαντικών μεταρρυθμίσεων, μέσα από τις οποίες θα εξασφαλίσει αυτό που μέχρι σήμερα έλειπε: την ανθεκτικότητα της ανάπτυξης. Μια σειρά από μέτρα που έχουν ληφθεί, δείχνει ότι έχει συνειδητοποιηθεί η ανάγκη επαρκούς προετοιμασίας: συνεχής ψηφιακή παρακολούθηση της υλοποίησης έργων και μεταρρυθμίσεων, δημιουργία μηχανισμού ωρίμανσης έργων στο ΤΑΙΠΕΔ, μεταρρυθμίσεις που διευκολύνουν την υλοποίηση αλλά και –το κυριότερο κατά την άποψή μας– υπαγωγή της όλης διαδικασίας απευθείας στον πρωθυπουργό. Η συγκυρία ευνοείται και από το ότι οι διαδικασίες που προβλέπει ο κανονισμός του Ταμείου Ανάκαμψης είναι πολύ ελαφρότερες από αυτές των ΕΣΠΑ. Αν επιτευχθούν –όπως ελπίζεται– οι στόχοι αυτοί, η αυλαία της δεύτερης πράξης θα πέσει εν μέσω παρατεταμένου χειροκροτήματος.

Πριν όμως πέσει η αυλαία της δεύτερης πράξης, πρέπει –όσο και αν αυτό είναι σκηνοθετικά παράδοξο– να αρχίσει η τρίτη πράξη, που θα είναι η προσπάθεια να αποκτήσει το Ταμείο Ανάκαμψης μόνιμο χαρακτήρα. Προϋπόθεση γι’ αυτό θα είναι η διαπίστωση ότι η δεύτερη πράξη παίζεται με επιτυχία. Αν η υλοποίηση των σχεδίων ανάκαμψης δείξει ότι προχωρεί απρόσκοπτα και ότι δίνει αποτελέσματα, αυτό θα δώσει πρόσθετα επιχειρήματα σε όσους ήδη από σήμερα υποστηρίζουν –μεταξύ τους και φορείς με ιδιαίτερο θεσμικό βάρος, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα– ότι το Ταμείο Ανάκαμψης πρέπει να αποκτήσει μόνιμη παρουσία στα ευρωπαϊκά πράγματα. Με ό,τι αυτό θα σημαίνει για την αύξηση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, τη θέσπιση νέων πηγών εσόδων του και την εισαγωγή νέων κοινών πολιτικών, δηλαδή για την πορεία προς τη δημοσιονομική ένωση και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η σημασία, λοιπόν, της επιτυχούς υλοποίησης των σχεδίων ανάκαμψης δεν περιορίζεται στην, ούτως ή άλλως, θετική συμβολή τους στους αναπτυξιακούς δείκτες, αλλά μπορεί να αποβεί καθοριστική για τις γενικότερες ευρωπαϊκές εξελίξεις. Η τρίτη πράξη, αν ολοκληρωθεί με επιτυχία, θα αποδειχθεί σημαντικότερη από τις προηγούμενες δύο.

* Ο κ. Αλέκος Κρητικός είναι ειδικός σύμβουλος του ΕΛΙΑΜΕΠ και μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας. Έχει διατελέσει στέλεχος της Ε.Ε. και γεν. γραμματέας στα υπουργεία Ανάπτυξης και Εσωτερικών. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της Κυριακής.

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News