ΑΠΟΨΕΙΣ

Ηθικο-νομικά διλήμματα της πανδημίας

 

Η πανδημία δεν άλλαξε μόνο τις ζωές μας αλλά και τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον κόσμο. Η συλλογική προσπάθεια έχει ως επίκεντρο την καταπολέμηση του ιού και την επιστροφή στην «κανονικότητα», δηλαδή σε έναν κόσμο χωρίς ιό, που δεν μπορεί όμως να είναι σαν τον κόσμο πριν από τον ιό. Στο διάβα της αυτή η προσπάθεια δεν λύνει μόνο προβλήματα, δημιουργεί κιόλας νέα. Γεννώνται μπροστά στα μάτια μας, και ζητούν απάντηση από τους αποφασίζοντες, ζητήματα ίσης μεταχείρισης, προστασίας, διατήρησης και ισορροπίας με άλλα δικαιώματα και έννομα αγαθά, άμεσης ή έμμεσης αύξησης των ανισοτήτων, επιλογής ή στάθμισης ανάμεσα σε μεθόδους με αβέβαια αποτελέσματα. Όλα αυτά και άλλα παρόμοια ζητήματα έχουν και πρακτική (κάτι πρέπει να γίνει) και νομική (αυτό που μπορεί να γίνει οφείλει να κινηθεί μέσα στο πλαίσιο του νόμου και του Συντάγματος) και ηθική (αναζήτηση του σωστού) και, θα τολμούσα να πω, και τραγική διάσταση (ό,τι και να γίνει κάποιοι, άτομα ή αγαθά, κάτι, που μπορεί να είναι και η ίδια τους η ύπαρξή, θα χάσουν).

Ξεχωρίζω δύο περιπτώσεις τέτοιων διλημμάτων, τα οποία έχει φέρει στην επιφάνεια η πρόσφατη δυσάρεστη επικαιρότητα. Το πρώτο σχετίζεται με την δυνατότητα, ή και το δικαίωμα, επιβολής υποχρεωτικού εμβολιασμού σε επαγγελματικές κατηγορίες άμεσα σχετιζόμενες με την υγειονομική απειλή, ιδίως γιατρούς και νοσηλευτές. Το δεύτερο κινείται σε πιο φιλοσοφική σφαίρα και αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία καθώς μπαίνουμε (έχουμε μπει;) σε αυτό το ατέλειωτο «τελευταίο μίλι» της πανδημίας: πού να ρίξει το βάρος η οργανωμένη Πολιτεία, στο «όλον σύστημα», που απαιτεί διατήρηση όσο το δυνατό πιο ανοιχτής της οικονομικής δραστηριότητας, ή «στο άτομο ως άτομο», διασώζοντας, από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή, όσο περισσότερους ανθρώπους μπορεί, ασχέτως της δικής τους «παραγωγικότητας» αλλά και της εν γένει παραγωγικότητας του συστήματος;

Σε σχέση με τον υποχρεωτικό εμβολιασμό, τα συγκρουόμενα αγαθά είναι αφενός η ευθύνη έναντι του συνόλου, που εκφράζεται μέσα από τη λήψη όλων των μέτρων που αποτρέπουν ή μειώνουν μολύνσεις εκ μέρους ατόμων που λόγω επαγγέλματος έρχονται σε επαφή με ασθενείς, εξεταζόμενους αλλά και τρίτους (συγγενείς νοσηλευόμενων, υπόλοιπο ιατρικό προσωπικό) και αφετέρου η αυτοδιάθεση του κάθε πολίτη, που εκφράζεται μέσα από το δικαίωμα του να επιλέξει να εμβολιασθεί ή όχι. Πριν από την αναγωγή στο Σύνταγμα, χρήσιμη είναι πάντα η αναγωγή στην κοινή λογική: είναι ευνόητο ότι ιδιαίτερη κρισιμότητα έχουν οι συνθήκες υπό τις οποίες τίθεται το δίλημμα και είναι αυτονόητο ότι σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, όπως είναι η υγειονομική απειλή και κατεξοχήν μία πανδημία, η ισορροπία δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Επιτρέπονται, με απλά λόγια, πράγματα και καταστάσεις ή επιβάλλονται στάσεις και συμπεριφορές που υπό άλλες συνθήκες δεν θα μπορούσαν να επιτραπούν ή να επιβληθούν.

Το Σύνταγμα μας δεν διαθέτει ένα μόνο άρθρο αλλά ολόκληρο οπλοστάσιο για περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, εντός της οποίας ειδική, και ρητά καθοριζόμενη, κατηγορία συνιστά ο «κίνδυνος κατά της δημόσιας υγείας». Θεσπίζει θεσμούς εξαιρετικής νομοθέτησης, όπως οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου (άρθρο 44 παρ. 1), εξαιρετικής παροχής υπηρεσιών, όπως η επίταξη υπηρεσιών (άρθρο 22 παρ. 4) και αγαθών (άρθρο 18 παρ. 3), καθώς και δύο ρήτρες «επίλυσης» των συγκρούσεων: μία γενική (άρθρο 25) και μια ειδική για την υγεία (ερμηνευτική δήλωση υπό το άρθρο 5), που αμφότερες λειτουργούν ιδίως μέσω της αρχής της αναλογικότητας. «Μέσα στον κίνδυνο απαντάς πρώτα στον κίνδυνο» θα μπορούσε να συνοψισθεί όλο αυτό το νομικό οπλοστάσιο -και αυτή η αρχή αποτελεί το κλειδί για το συζητούμενο ζήτημα.

 Ένα κλειδί, πάντως, που δεν ξεκλειδώνει ούτε άμεσα ούτε εύκολα την πόρτα της ατομικής ή και της συλλογικής αποδοχής. Κι αυτό γιατί, στη δημοκρατία, η εκ μέρους της κρατικής ισχύος υποχρέωση του πολίτη σε ορισμένη συμπεριφορά δημιουργεί συχνά, και όχι αδικαιολόγητα, αταβιστικές ή και ιδεολογικές αντιδράσεις. Στην περίπτωση του υποχρεωτικού εμβολιασμού, οι αντιδράσεις παίρνουν συνήθως τη μορφή επίκλησης της ισότητας (γιατί μόνο οι γιατροί και οι νοσηλευτές και όχι και άλλα, εν είδει κολοκυθιάς, επαγγέλματα ή κατηγορίες), προβολής της υγείας και της ζωής πάνω από τα άλλα αγαθά (αφού λες ότι πάνω από όλα σε ενδιαφέρει η ζωή, γιατί δεν με αφήνεις να διαφεντέψω όπως θέλω εγώ τη δική μου ζωή), αμφισβήτησης της χρησιμότητας του μέτρου (ούτε είναι βέβαιο ότι και εμβολιασμένος δεν μπορώ να κολλήσω κάποιον, ούτε έχει νόημα να κολλήσω τον ήδη άρρωστο). Η επιστήμη έχει «απαντήσει» για τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητα των εμβολίων και για τη δεοντολογικά αποδεκτή υποχρεωτικότητα του εμβολισμού (βλ. πρόσφατη γνωμοδότηση του Εργαστηρίου Μελέτης Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπως αναφέρεται στα Νέα, 2 Απριλίου 2021). Μονοδιάστατη απάντηση, ωστόσο, δεν υπάρχει -και την όποια «οριστική», υπό την έννοια της δεσμευτικότητας, απάντηση μπορούν να τη δώσουν μόνο τα δικαστήρια. Όμως και αγνόηση του ζητήματος από την Πολιτεία δεν είναι ανεκτή.

Η στάθμιση, κατά τη γνώμη μου, περνάει από δυο αλληλοσυνδεόμενα στάδια. Προσπάθεια, ακόμα και έκκληση, να πειστούν να εμβολιαστούν οι υγειονομικοί για λόγους δημόσιας υγείας και δημόσιας ευθύνης και, αν αυτή η προσπάθεια δεν φέρει αποτέλεσμα, επικράτηση της διάστασης της πρόληψης και της διάσωσης ζωών, που έχει και έντονο κοινωνικό περιεχόμενο: αν δεν δείξουν οι γιατροί και οι νοσηλευτές με το παράδειγμά τους ότι εμπιστεύονται την επιστήμη (εμβόλια), το κράτος (έκκληση για εμβολιασμό) και την υγεία των ασθενών τους, ποιος θα το κάνει;

Εύγλωττο και ενδιαφέρον είναι το ιταλικό παράδειγμα. Στη γειτονική, και βαριά χτυπημένη από τον ιό, χώρα, πρόσφατα η κυβέρνηση εξέδωσε απόφαση που υποχρεώνει σε εμβολιασμό γιατρούς, νοσηλευτές και βοηθητικό προσωπικό τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα της υγείας, αλλά και τους φαρμακοποιούς, με απειλή, σε περίπτωση άρνησης, μετάθεσης ή και διακοπής καταβολής μισθού. Προηγουμένως, το τοπικό δικαστήριο του Μπελούνο είχε αποφανθεί ότι, ενόψει της υποχρέωσης των εργοδοτών (στην περίπτωση των νοσοκομείων: κράτους ή επιχειρηματιών) να προστατεύουν τη δημόσια υγεία αλλά και την υγεία των ίδιων των εργαζομένων τους (γιατρών, νοσηλευτών, βοηθητικού προσωπικού) δεν απαγορεύεται ο υποχρεωτικός εμβολισμός και, σε περίπτωση άρνησης, είναι δυνατή η απομάκρυνση από τον τόπο εργασίας μέσω υποχρεωτικής άδειας. Το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε για τα επαχθέστερα μέτρα της μετάθεσης ή της μη καταβολής μισθού, όμως η τάση του είναι σαφώς υπέρ της υγείας, και υπέρ της υποχρεωτικότητας.

Σε αντίστοιχη υπόθεση στο Ισραήλ, μια χώρα με γενικά πολύ πιο «σκληρή» στάση, αρμόδιο δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μπορεί να επιβληθεί υποχρεωτικός εμβολιασμός και μη καταβολή μισθού ακόμα και σε δασκάλους σε σχολείο -κάτι που, υπό το ελληνικό Σύνταγμα, είναι πολύ αμφίβολο αν θα μπορούσε να γίνει δεκτό. Υπάρχει πάντως και στην Ελλάδα μια επί της αρχής απόφαση (2387/2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας) υπέρ των υποχρεωτικών συνεπειών του εμβολιασμού. Η υπόθεση αφορούσε παιδάκια σε νηπιαγωγείο που οι γονείς δεν τα εμβολίαζαν και το σχολείο δεν τους επέτρεψε να επανεγγραφούν ανεμβολίαστα. Το δικαστήριο δέχτηκε τη νομιμότητα αυτού του αποκλεισμού στηριζόμενο στη συνταγματική προστασία της υγείας αλλά και στους νόμους περί οργάνωσης της δημόσιας υγείας, θυμίζοντας μας μάλιστα ότι στον παλιότερο νόμο 3370/2005 υπήρχε η πολύ ωραία διατύπωση ότι «η δημόσια υγεία είναι επένδυση για τη διατήρηση και βελτίωση του εθνικού κεφαλαίου της χώρας».

Για το δεύτερο, και γενικότερο, τραγικό δίλημμα θα πω λιγότερά, μιας και θεωρώ ότι η απάντηση αφενός απορρέει από τα παραπάνω και αφετέρου την έχει δώσει ήδη η ίδια η ζωή. Παρότι το Σύνταγμά μας δεν θεωρεί κανένα δικαίωμα υπέρτερο των άλλων, εν τούτοις είναι, όπως λίγο άκομψα λέγεται, «ανθρωποκεντρικό», θέτει δηλαδή το άτομο, τον κάθε άνθρωπο ως αυτόνομη προσωπικότητα, στο επίκεντρο της δημόσιας δράσης και της ιδιωτικής συμπεριφοράς: ο «σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου» ορίζονται ως «πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας» (άρθρο 2), υπάρχει ειδική διάταξη για την «απόλυτη προστασία της ανθρώπινης ζωής» (άρθρο 3), καθώς επίσης και διατάξεις (ιδίως στο άρθρο 21) υπέρ ευάλωτων ή χρηζουσών προστασίας κατηγοριών (ηλικιωμένων, παιδιών, αναπήρων, ανιάτων, απόρων). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ελληνικό συνταγματικό σύστημα δεν «διανοείται» να θέσει το σύστημα πάνω από τον άνθρωπο, ούτε καν ότι μπορεί να εγερθεί τέτοιο ζήτημα.

Αυτή η γενική -ηθική, νομική αλλά και βαθύτατα πολιτική- στάθμιση χαρακτηρίζει, εξάλλου, ολόκληρο τον «ευρωπαϊκό συνταγματικό πολιτισμό», σε αντίθεση με αγγλοσαξονικές χώρες (Βρετανία και ιδίως ΗΠΑ), στις οποίες αρθρώθηκε λόγος υπέρ της οικονομικής δραστηριότητας «κι ας είναι να χαθούνε μερικές παραπάνω ζωές». Προς τιμήν τους πάντως, ούτε εκεί, ούτε πουθενά αλλού στον κόσμο, τουλάχιστον επισήμως, δεν επικράτησε κανένα άλλο αγαθό έναντι της ανθρώπινης ζωής. Η πανδημία δεν μάς έκανε πιο σοφούς, αλλά ίσως λίγο πιο ταπεινούς.

 

O Κώστας Μποτόπουλος είναι Συνταγματολόγος, πρ. ευρωβουλευτής                                            

 

Money Review